Λοιπόν, σήμερα η κυρία έστειλε τον άντρα της να διαπραγματευτεί μαζί μου. Να με κάνει ντα και να φοβηθώ. Τι να πω. Ξαναλέω το ίδιο, που έχω κουραστεί να επαναλαμβάνω κάθε μέρα. Θέατρο του παραλόγου. Έμεινα απτόητη, χρησιμοποιώντας ήρεμα και ωραία τα επιχειρήματά μου.
Το μεσημέρι ήρθε η προκομμένη με το υφάκι ντίβας. Νέος γύρος συζητήσεων, θράσους και αναίδειας. Ούτε που με ένοιαξε, γιατί έχει σβήσει μέσα μου όλο αυτό. Σε λίγο καιρό δεν θα το θυμάμαι καν. Θα το διαγράψω δια παντός απ΄ τον σκληρό δίσκο του μυαλού μου.
Λίγο πριν σχολάσω όμως, λύγισα. Με χτύπησε εκεί που πονάω. «Εσύ είσαι που αγαπάς τα παιδιά σου; την τάξη σου; Γι΄ αυτό τα παρατάς τελευταία στιγμή;».
Βγήκα έξω χωρίς να απαντήσω και, κείνα, λες και το ήξεραν, έτρεξαν όλα να μου δώσουν φιλάκι και να μου πουν καλό μεσημέρι.
Ήρθα στο σπίτι μου με κλάματα. Και ακόμα κλαίω. Δεν ξέρω τι να πω πια. Τι να πω. Δεν πίστευα ότι υπάρχουν τόσο κακοί άνθρωποι. Ξέρετε τι μου είπαν μόλις ανέφερα ότι θέλω να φύγω, γιατί αν δεν το κάνω, θα πάθω νευρικό κλονισμό; «Α, δε μας τα λεγες αυτά», αφήνοντας υπόνοιες ότι έχουν πρόβλημα τα νεύρα μου, κοινώς ότι είμαι τρελή.
Τους σιχάθηκα. Άλλα πιο πολύ σιχάθηκα τον εαυτό μου, που τόσο καιρό έκανα τα στραβά μάτια και τους ανεχόμουν. Εύχομαι να μην ους ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

