Το τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Λουντέμη που αναφέρεται στη ζωή και την καθημερινότητα του Μέλιου Καδρά (πρώτο ο Συννεφιάζει, δεύτερο το Ένα παιδί μετράει τα΄ άστρα). Εδώ ο Μέλιος, διωγμένος από τα Γυμνάσια όλης της χώρας αποχαιρετά την Έδεσσα. Καταλήγει σε ένα απόμακρο χωριό, όπου κάνει το δάσκαλο. Η γνωριμία του με απλούς, λαικούς ανθρώπους, άλλοτε αγνούς και βασανισμενους και άλλοτε ακατέργαστους και πονηρούς, τον κάνει να γνωρίσει πρόωρα κι άλλες σημαντικές αλήθειες για την ζωή . Το πιο τραγικό σημείο του βιβλίου είναι όταν, επιστρέφοντας στην Έδεσσα, μαθαίνει ότι η Αγράμπελη παντρεύτηκε… Η είδηση αυτή και η σύγκρουσή του με την Αστυνομία τον οδηγεί και πάλι στη φυγή….Η συνέχεια στο «Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας».
-Η Αλάφω.
-Το πήρε; (εννοεί δηλητήριο)
-Ναι.
-Και δεν μπόρεσε, μωρέ, τόσος κόσμος να την εμποδίσει;
-Μπα…Την βοηθούσαν κιόλα να το πάρει, για να γλιτώσει.
-Ε!...λύκοι πούμαστε!
-Τώρα το κατάλαβες;
-Το κατάλαβα από καιρό μα υπομόνεβα. Άσε, λέω, ή θα γίνω κι εγώ λύκος ή θα γίνουν και κείνοι άνθρωποι
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Αγέλαστη άνοιξη
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »