Είναι πιο ιδιαίτερο από τα υπόλοιπα και μου αρέσει με έναν ξεχωριστό τρόπο. Ενώ αγαπώ πολύ το Συννεφιάζει, λατρεύω το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα, διαβάζω με ευχαρίστηση το Αγέλαστη Άνοιξη, το Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας το αντιμετωπίζω ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. Στη συνείδησή μου δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
1….Αργότερα ο Μέλιος ανακάλυψε κι άλλες αλήθειες. Πως αν πχ. Δεν αλλάζει η μοίρα των φτωχών, δεν είναι γιατί λείπουν οι θαυματοποιοί, αλλά γιατί λείπουν τα θαύματα. Και κάτι πιο πολύ: Γιατί η μοίρα αυτή δεν αλλάζει με θαύματα. Πρώτον. Και δεύτερον: μην περιμένεις να σου αλλάξουν οι άλλοι τίποτα. Θα σου φάνε την αλλαγή. Και τρίτον… Τρίτον δεν υπάρχει. Φρόντισε μονο να μην το ρίξεις στα «ετοιματζίδικα». Χάθηκες. Ο κόσμος είναι γεμάτος από μυστήρια. Γεμάτος κι από κλειδιά… Μα εσύ κακόμοιρέ μου απελπίσου. Γιατί πρέπει να φκιάξεις μόνος σου και τα μυστήρια και τα κλειδιά.
Σ΄ αυτόν τον κόσμο οι πιο ευχαριστημένοι απ ΄ όλους πρέπει να ναι οι παπάδες. Γιατί, γι΄ αυτούς, τα λύνει όλα ο Θεός. Και μόνο ένα τους άφησε άλυτο. Το μυστήριο του θανάτου. Μα γι΄ αυτό –για να τους παρηγορήσει- τους έδωσε την «μέλλουσαν ζωήν».
2. …Τώρα βλέπει τις σπιταρόνες και ζαλίζεται. Πως δε ζαλίζονται κι οι ίδιες και δεν πέφτουν; Βλακείες. Ζαλίζονται ποτέ οι πέτρες κι οι ασβέστες; Εδώ δε ζαλίστηκαν κείνοι που τις έχτισαν ή κείνοι που τις κατοικούν! Μα τι στο καλό! Γεμάτη από ακροβάτες είναι αυτή η πόλη; Ορίστε… Ο ένας πατά –μαζί με το σπίτι του- απάνω στον άλλον. Αλλά…περίεργο! Δεν ξέρουν ο ένας τον άλλον –κι ούτε θέλουν να τον ξέρουν. Κι ούτε και τον χαιρετά. Μα αυτοί πια παιδί μου δεν είναι άνθρωποι. Αυτοί είν΄ αγρίμια! Και παραμονεύουν να ξεσκίσουν το ένα τ΄ άλλο! Τους βλέπεις; Να τους! Είναι σταματημένος τόσην ώρα σ΄ αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο… Πέρασαν, πέρασαν ο ένας μπρος απ΄ τον άλλον κάπου δυο χιλιάδες άνθρωποι. Ε, ούτε ένας μωρέ παιδί μου να μη σταματήσει να πει μια καλημέρα! «Καλημέρα, αδερφέ μου, τι κάνεις;» Πω πω…ρουμάνι! Αχ, Μέλιο, Μέλιο…Πως θα ζήσεις φτωχέ μου ανάμεσα σ΄ αυτά τ΄ άλαλα πλάσματα; Που θ΄ ακουμπήσεις; Να…νύχτωσε κι ως τώρα κανείς δε σε κοίταξε στα μάτια. Κανείς δε σταμάτησε να σου πει «Μην τρέμεις, παιδί μου, ησύχασε, βρίσκεσαι ανάμεσα σ΄ ανθρώπους…»
3….Δεν το ξέρει ακόμα –είναι αρχάρια- ότι τα βιβλία τα τρως γράμματα και σου φυτρώνουν αγκάθια.
4….Η μέρα απλωνόταν μπροστά του άνοιαστη, αδιάφορη. Καρφάκι δεν της καιγόταν που θα τη σκέπαζε σε λίγο η νύχτα. Τι να τη νοιάξει; Αύριο πάλι εδώ θα ήταν. Απ τα στοιχειά της νύχτας δεν τρόμαζε. Τα ίδια ήταν με της μέρας. Δε βαριέσαι… σάματι είχε η νύχτα «στοιχειά»; Και της νύχτας και της μέρας τα στοιχειά είναι τα ίδια: Άνθρωποι.
5…. Ποιος υποχρέωσε τους Αποστόλους ν΄αφήσουν το σπιτάκι τους, τη σιγουριά τους, και να τριγυρνούν στον κόσμο νηστικοί και ξυπόλητοι; Δε θέλω να προπαγανδίσω αυτού του είδους τον Αποστολισμό. Αλλά τα κίνητρα είναι τα ίδια. Η ανάλωση για την ευτυχία των άλλων. Το παν είναι να φλογιστεί η ψυχή του ανθρώπου για κάτι ευγενικό. Τι μας εξωθεί σ΄ αυτό; Η αδικιά, η απονιά, η στέρηση.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
