ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
-Θα βρεις λοιπόν, αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του΄ πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζουνται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν΄ αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης΄ άλλον δεν έχει.
-Μικρή αστραπή η ζωή μας, μα προφταίνουμε.
-Αριά και που μια γλυκιά φωνή γρικιέται στη μέση μέση της καρδιάς μου: «Μη φοβάσαι, θα κάμω νόμους, θα βάλω τάξη, είμαι ο Θεός, έχε εμπιστοσύνη». Μα ολομεμιάς βαρύ μουγκρητό από τα νεφρά μου, κι η γλυκιά φωνή λουφάζει: «Μην καυκιέσαι΄ θα ξεκάμω τους νόμους σου, θα χαλάσω την τάξη σου, θα σε αφανίσω΄ είμαι το χάος!»
-(όταν ήταν μικρός και είδε το κρανίο μιας γειτόνισσας που είχε πεθάνει άρχισε να θρηνεί και να φωνάζει)
-Γιατί κλαις; Τι ήθελες; Πέθανε΄ όλοι θα πεθάνουμε.
Μα εγώ θυμόμουν τα ξανθιά μαλλιά της, τα κόκκινα χείλια που με φιλούσαν, τα μεγάλα μάτια της, και τώρα…
-Και τα μαλλιά της;, φώναζα, τα χείλια της, τα μάτια…;
-Πάνε, πάνε… Τα φαε η γης.
-Γιατί; Γιατί; Δε θέλω!
Ο θείος μου σήκωσε τους ώμους:
-Σαν μεγαλώσεις θα μάθεις γιατί!
Δεν το μαθα ποτέ μου. Μεγάλωσα, γέρασα, δεν το μαθα ποτέ μου.
-…Κοιτάζαμε τον δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο΄ γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολείο με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι΄ το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν΄ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολείου και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε΄ σώπα, δάσκαλε, ν΄ ακούσουμε το πουλί!
-…όλο τον πόνο και τον αγώνα η ποίηση μπορεί να τον μετουσιώσει σε όνειρο και ν΄ αθανατίσει όσο εφήμερο μπορεί, κάνοντάς το τραγούδι.
-«Τούτο να κάμεις, τούτο να μην κάμεις, τράβα, μη σταματάς και μη φωνάζεις΄ ένα είναι το χρέος σου: να φτάσεις ως την άκρα. –Ποιάν άκρα;, τη ρωτούσα. –Μη ρωτάς΄ προχώρα!»
-Μια γριούλα που πέρασε, στάθηκε, ανασήκωσε από το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα.
-Με γνωρίζεις, κυρά μου;, τη ρώτησα.
Με κοίταξε ξαφνιασμένη.
-Όχι, παιδί μου΄ είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω; Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι κι εγώ΄ δε φτάνει;
-Τι όνομα δίνεται στο Θεό, γέροντα;, ρώτησε ο αβάς.
-Δεν έχει όνομα αποκρίθηκε ο δερβίσης΄ δε χωράει ο Θεός σε ονόματα. Το όνομα είναι φυλακή, ο Θεός είναι λεύτερος.
-…η ευτυχία απάνω στη γης είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου΄ δεν είναι σπάνιο πουλί να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας΄ η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
