Τις παραμονές λοιπόν των Χριστουγέννων της χρονιάς εκείνης έλαβα μια πρόσκληση από το σύλλογο:
«Παρακαλείσθε, εάν ευαρεστηθήτε να μετάσχετε, την ημέραν των Χριστουγέννων, εις το ετήσιον γεύμα του συλλόγου, διδόμενον εις το φυτοφααγικόν εστιατόριον της οδού…».
Προθυμοποιήθηκα να δεχθώ την πρόσκληση και να ειδοποιήσω τα γραφεία του συλλόγου για την αποδοχή μου. Έτσι κι έτσι την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι οι δικοί μου θα λειπαν σε κάποια εκδρομή, σύμφωνα με τη χριστιανική συνήθεια που καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια. Αντί να φάω λοιπόν μοναχός μου σ΄ ένα άλλο εστιατόριο μου ήταν πολύ πιο ευχάριστο να φάω συντροφιά με τους φυτοφάγους και να κάνω το χρέος μου στον καλό σύλλογο, τιμώντας το γεύμα των.
Πήγα λοιπόν από τους πρώτους. Στο δρόμο που πήγαινα είχα διασταυρωθεί με διάφορες υπηρέτριες, που κουβαλούσαν από το φούρνο ταψιά με γαλοπούλες, αρνάκια του γάλακτος και μικρά γουρουνόπουλα, που η κνίσσα τους με συνόδεψε, σαν να με κυνηγούσε, ως την πόρτα του φυτοφαγικού εστιατορίου. Έδιωχνα όμως μακριά μου τον πειρασμό, με τα ξόρκια της νέας μου ιδεολογίας. «Τι βαρβαρότητα –έλεγα μέσα μου- τι φρίκη, τι καννιβαλισμός!». Και ελεεινολογούσα τους ανθρώπους, που θέλανε να περνούν για πολιτισμένοι και εξακολουθούσαν να είναι απαίσιοι πτωματοφάγοι. Το στόμα μου όμως γέμισε νερά, χωρίς να το καταλαβαίνω.
Το μεσημέρι, με την καμπάνα της Μητροπόλεως, καθίσαμε στο τραπέζι. Το γεύμα ήτανε πλουσιότατο. Στην αρχή μας επρόσφεραν τα ορεκτικά, με ραπανάκια. Έπειτα ήρθε μια ζεστή χορτόσουπα, μαγειρεμένη με όλα τα χορταρικά της εποχής. Ύστερα μας σέρβιραν κοτολέττες καμωμένες, αντίς για κρέας, με σπανάκι. Κατόπιν φέτες από κόκκινη κολοκύθα, τηγανιτή. Και τέλος, πατατοκεφτέδες, με σαλάτα από αντίδια, ρόκα και κάρδαμο. Μια κομπόστα από μήλα έκλεισε το γεύμα. Ξέχασα να προσθέσω, ότι, αντίς για κρασί, σε όλο το γεύμα, πίναμε ραδικόζουμο, και μ΄ αυτό έγιναν, στα επιδόρπια, και οι προπόσεις. Τελευταίος, ενόμισα χρέος μου, να κάνω κι εγώ μια πρόποση. Ύψωσα συγκινημένος το κύπελλον με το ραδικόζουμο και ευχήθηκα για την επικράτηση των ανθρωπιστικών ιδεωδών του σωματείου. Τα χέρια μου όμως έτρεμαν όλη την ώρα. Δεν ξέρω, αν από κάποιο τρακ, που με είχε πιάσει, ή από την αδυναμία, που με είχε κυριέψει, ύστερ΄ από το πλουσιότατο αυτό γεύμα και τις άφθονες σπονδές του καμπανίτου των ραδικιών.
Όταν αποσυρθήκαμε για τον καφέ, ο πρόεδρος του σωματείου μου είπε:
-Ποια είναι η εντύπωσή σας από το γεύμα, κύριε συνάδελφε;
-Αρίστη!, του είπα.
-Και να συλλογίζεται κανείς –επρόσθεσε- ότι άνθρωποι, που έχουν την αξίωση να λέγονται πολιτισμένοι, γιορτάζουν, τη στιγμή αυτή, τη Γέννηση του Χριστού, γύρω από τραπέζια καννιβάλων, στρωμένα με γαλοπούλες και αρνάκια και γουρουνόπουλα…
-Μην εξακολουθείτε, κύριε πρόεδρε…τον διέκοψα. Για όνομα του Θεού, μην εξακολουθείτε, παρακαλώ.
-Καταλαβαίνω τη δικαιολογημένη ταραχή σας…, μου είπε. Αυτό τιμά την ευσυνειδησία σας και τον ανθρωπισμό σας.
Πράγματι δεν αισθανόμουν καθόλου καλά. Το στόμα μου είχε αρχίσει πάλι να γεμίζει με νερά, όπως τη στιγμή, που είχα διασταυρωθεί στο δρόμο με τα ταψιά, που έφευγαν από τον φούρνο και σκόρπιζαν ολόγυρα την κνίσσα, την αρεστή στους βαρβάρους θεούς.
Ετοιμασθήκαμε να φύγουμε.
-Θα είχατε τίποτα να μας προτείνετε, κύριε συνάδελφε;, με ρώτησε, αποχαιρετώντας με ο αγαπητός πρόεδρος.
-Μια μικρή λεπτομέρεια, κύριε πρόεδρε. Γιατί το ετήσιον γεύμα του συλλόγου μας να γίνεται τα Χριστούγεννα; Δεν θα ήταν καλύτερα να γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή;
Ο πρόεδρος επεφυλάχθη να φέρει την πρότασή μου στην ολομέλεια. Από τότε όμως δεν έλαβα άλλη πρόσκληση του Συλλόγου. Τα χριστουγεννιάτικο εκείνο γεύμα μου στο Σύλλογο των Φυτοφάγων ήτανε το τελευταίο.
Παύλος Νιρβάνας, Μικρές Ιστορίες
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
