Δίπλα κάθουνταν ένας πλούσιος, και σαν άκουε κάθε βράδυ τα γέλια και τις χαρές του φτωχού, παραξενευόταν: «Πώς εγώ, μαθές, να μην είμαι ευχαριστημένος και αναπαμένος σαν αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι». Λέει: «Να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα τα κάνει».
Πάει βρίσκει το φτωχό, του λέει:
-Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια, ν΄ ανοίξεις πραμάτεια, ό, τι θες΄ κι αν πλουτίσεις, μου τα δίνεις, ειδεμή, σου τα χαρίζω».
Όλη μέρα πια ο φτωχός εσυλλογιόνταν τι να τα κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: «Ν΄ ανοίξω πραματευτάδικο; Να τα βάλω στον τόκο; Να πάρω αμπελοχώραφα;».
Έρχεται το βράδυ, ούτε λύρα να πιάσει, μιλιά, τσιχ δεν έκαναν τα παιδιά του. Να γελάσουν, τα μάλωνε΄ όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι απ΄ τη συλλογή. Την άλλη μέρα ούτε σε μεροκάματα να πάει ούτε πουθενά έξω από τη συλλογή. Τον ερωτά η γυναίκα του τι έχει, να το κάνει να γελάσει, αυτός την εμάλωσε, να τον αφήσει ήσυχο. Ο πλούσιος, περνά μια βραδιά, περνά άλλη, περνούν τρεις, ούτε λύρα πια άκουσε ούτε γέλια ούτε χορό των παιδιών.
Το πρωί βλέπει τον φτωχό κι έρχεται:
-Να, χριστιανέ, τα γρόσια σου, κι ούτε αυτά θέλω ούτε τη σκοτούρα τους.
Από τότε, πάλι χαρούμενος στο σπίτι του, ο φτωχός έπαιζε τη λύρα, χόρευαν τα παιδιά του σαν και πρώτα, και το άλλο πρωί στη δουλειά.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΓΑΣ
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιαχτίδες No2" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
