O Χρ. Γιανναράς συζητά με τον Γ. Σαχίνη from Αντίφωνο on Vimeo.
Περισσότερα... »
skip to content
Florina Blogs » MeTaNiFaLiOuMEtHis | |||
|
Τα επιλεγμένα blogs του νομού Φλώρινας με μια ματιά |
|||
12207 άρθρα από 33 πηγές
Aa - Zz
(6378)
Αα - Ωω
(5829)


Του Σαράντου Ι. ΚαργάκουΣτην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ρατσισμός. Υπήρχε -και προ Ψαθά- σουσουδισμός. Κάποιοι «ανερχόμενοι» το «έπαιζαν» αριστοκράτες και μάλιστα ευρωπαίοι αριστοκράτες, και περιφρονούσαν όχι μόνο την ελληνικότητα, αλλά και πάσα άλλη φυλετικότητα.



Στις 23 Μαΐου 2006, 2 ημέρες μετά την ονομαστική του εορτή, θυσιαζεται στον ουρανο του Αιγαίου ο ήρωας Κωνσταντίνος Ηλιάκης, αμυνόμενος μέχρις εσχάτων κατά της τουρκικής επιβουλής. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή του.
" ...ταις των Αγίων Σου πρεσβείαις Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον και σώσον ημάς, αμήν..."

Σε καιρούς κατάρρευσης της κοινής λογικής, όπου εξέλιπε το κοινό σημείο αναφοράς μιας κοινωνίας, που ως εκ τούτου (για πρώτη φορά στην ιστορία της) δυστυχώς δεν συνιστά πλέον κοινωνία, επέλεξα συνειδητά να σιωπήσω.
Σύμπτωμα χαρακτηριστικό μιας σήπτουσας κοινωνίας, όπως καλή ώρα η δική μας, είναι η αδυναμία διάκρισης αξιών και ποιοτήτων. Διότι αυτή η διάκριση είναι φύσει αντισηπτική, και άρα άτοπη μέσα στην ζέχνουσα σήψη μας. Λοιπόν, για να σαπίζεις πρέπει προηγουμένως να έχεις απονευρωθεί, ώστε να μένεις με το στόμα χανοειδώς ανοικτό μπροστά σε ρηχές υβριστικές ατάκες του τύπου "είναι νόμιμο, άρα και ηθικό" και να μην αρπάζεις σβερκόκωλα τους υβριστές – ξεστομιστές να τους σιχτιροσαβουρντίζεις στον Καιάδα της ιστορικής χλεύης.
Διάκριση αξιών και ποιοτήτων θα πει να ξέρω τι μου γίνεται, να έχω επίγνωση για το τι με ωφελεί και τι με βλάπτει, τι με θάβει και τι με απογειώνει. Ποιος δημόσιος λειτουργός, ποιος "εθνοπατέρας" θα με προάγει και ποιος θα με καταβαραθρώσει.
Προαπαιτούμενο γνώρισμα των "εθνοπατέρων" η νομιμότητα; Ασφαλώς και όχι. Μή γένοιτο! Η νομιμοφροσύνη ναι. Η νομιμότητα όχι. Διότι εξ ορισμού, ως διακονούμενος ο Λαός είναι πάνω από τον υπηρέτη Νόμο (πλην των κακορίζικων ετερονομημένων κοινωνιών) και διαφεντεύει τα του οίκου του. Άρα και οι εκπρόσωποι και οι μπροστάρηδες του Λαού πρέπει να είναι πάνω από τον Νόμο (στον βαθμό που διάγουν ως εκπρόσωποι και μπροστάρηδες) όχι για να τον παραβαίνουν, αλλά για να τον υπερβαίνουν ελέω Λαού. Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα της πολυθρύλητης βουλευτικής ασυλίας. (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, οφείλει νομίζω να επεκταθή και σε κάθε επίπεδο εξελεγμένης εξουσίας, για ενέργειες όμως που σχετίζονται με την άσκηση αυτής της εξουσίας στο όνομα του εκλέγοντος Λαού).
Τότε, μήπως η ηθική, το εθιμικό δηλαδή και άγραφο στην ουσία Δίκαιο, είναι το προαπαιτούμενο γνώρισμα των Αρχόντων; Πιθανότατα, αλλά και πάλι υπάρχουν περιπτώσεις που η ηθική ως ήθος-έθος-συνήθεια απλά καταγράφει την μιζέρια μας, τον εύκολο συμβιβασμό της πεπτωκυίας μικρότητάς μας. Ανασφάλεια, και ενοχική κρύφια συναίσθηση αναξιότητας, και μετάθεση επαχθούς ευθύνης στους μπροστάρηδες. Βαθύτατα μεταπτωτικώς ανθρώπινο, και γαρ ατελές. Άρα ως Πολιτεία Αληθοστρεφής, ούτε κι εδώ αναπαυόμαστε. Απαιτούμε από τους μπροστάρηδες να μην φαλκιδεύονται στην χωμάτινη ηθική μας, αλλά, ως μπροστάρηδες, να την εξυψώνουν αληθοστρεφώς.
Έτσι, ως απόσταγμα της άγραφης στα νομικά κείμενα, πλην εγγεγραμμένης στην μύχια συλλογική συνείδησή μας Ηθικής ορίζουμε το Ήθος, την στάση και την σχέση ζωής που οικοδομεί στην ουσία του ο καθένας μας. Κι αν διπλοαποστάξουμε και το Ήθος, τότε φτάνουμε στην Αρετή, στην σύνθετη ποιότητα εκείνη του ανθρώπου, που του επιτρέπει να συγκροτεί Κοινωνία και Πολιτεία. Αυτό οφείλει να είναι το κύριο γνώρισμα κάθε μπροστάρη και ταγού, σε μια κοινωνία που θέλει να ελπίζει στην ανελικτική συνέχειά της. Από την χαμερπή νομιμότητα μέχρι την υψιπετή Αρετή η διαφορά είναι ουρανομήκης, αλλά αλί και τρισαλί στην κοινωνία που δεν το έχει αντιληφθεί.
Αντίπους της Αρετής η Αχρειότης. Ο αχρείος , ο άχρηστος, και δη το μπάζο, απεργάζεται την δικιά του δυσώδη ευδαιμονία εις βάρος της κοινής προκοπής. Δεν συνεισφέρει τίποτε, ούτε ως παράδειγμα προς μίμηση, ούτε ως υλική στα κοινά συνδρομή. Προφασίζεται προφάσεις για εύκολο εν αμαρτίαις οφ-σορ πλουτισμό, χλευάζοντας επιδεικτικά τα "κορόιδα" που δεν τους κόβει ή απλά δεν καταδέχονται, ρε αδελφέ, να βοθροκυλιστούν μαζί του.
Φημισμένος βέβαια ο εν λόγω σκιτσογράφος και καταξιωμένος για την μοναδική του ικανότητα να εμφανίζει την γελοιότητα που προκύπτει από τον εμπαιγμό και την διαστροφή της λογικής και της αυτοσυνέπειας των κανόνων της. Το οστεοθραυστικό του χιούμορ εκεί ακριβώς έγκειται.
Προσφάτως έμεινα στήλη άλατος, ακούγοντας κορυφαίο στέλεχος (ίσως και αρχηγική φιγούρα) ιστορικού Ελληνικού κόμματος, εκπροσωπούμενου μάλιστα και στην παρούσα Βουλή, να δηλώνει με τεχνητή παρρησία ενώπιον «συντρόφων», ως άλλος γελοιογραφικός στρουθοειδής χαρακτήρας: «πρέπει να αφήσουμε την ομφαλοσκόπηση και να πιστέψουμε στον εαυτό μας». Ούτε τον Αρκά να είχε για ίματζ-μέικερ!
Την αποπληκτική έκπληξη και την έκρηξη θυμηδίας που μοιραία ακολούθησε, τις διαδέχθηκε η μελαγχολική ερώτηση: Πιάσαμε άραγε πάτο, ή έχει και πιο κάτω ακόμα;
Αφού παραιτηθήκαμε από:
…αφού λοιπόν παραιτηθήκαμε βλακωδώς από όλα αυτά τα αυτονόητα, τώρα καταθέτουμε και την ύστατή μας παραίτηση. Την παραίτηση από την Απλή Κοινή Λογική.
Αγόγγυστα ανεχόμαστε να μας εμπαίζουν και να χλευάζουν την λογική μας. Ανεχόμαστε να μας φέρονται ωσάν να είχαμε IQ βακτηριδίου. Άραγε πιάσαμε πάτο, ή έχει και πιο κάτω;
Ακούς εκεί: «πρέπει να αφήσουμε την ομφαλοσκόπηση, και να πιστέψουμε στον εαυτός μας»
Άραγε έχει και πιο κάτω;
Η Οικογένεια ως άθλημα είτε ως «δικαίωμα»
Δικαίωμα! Λέξη συνήθης-συνηθέστατη στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Κι όπως κάθε συνηθέστατη λέξη, είναι δηλωτική ενός συγκεκριμένου τρόπου εννόησης του βίου αυτών που την εκφέρουν, μιας κρατούσας «σχολής» σκέψης. Εν προκειμένω, η «σχολή» αυτή είναι η Ουμανιστική προσέγγιση του βίου. Ουμανιστική (δηλαδή Ανθρωπιστική) μόνο κατ’ επίφασιν βεβαίως-βεβαίως, καθώς δεν νοεί τον άνθρωπο βαθύτερα ως πρόσωπο που κοινωνεί ισότιμα την ύπαρξή του, (όπως η καθ’ ημάς τρισχιλιετής και βάλε παράδοση) αλλά ως άτομο ανεξάρτητο, ενίοτε εν διαστάσει προς το σύνολο, και πάντως αυτονομημένο από αυτό. Άρα και φορέα δικαιωμάτων, πάει να πει ατομοκεντρικών κατοχυρώσεων που παρέχονται από το σύνολο προς στο άτομο, προκειμένου να υπάρξει κατ’ ανάγκη ως υπαρξιακά αυτονομημένο.
Και νοείται ένας και μόνο τρόπος να υπάρχει κανείς σε υπαρξιακή αυτονόμηση από τους άλλους, από τον Άλλον, τον Πλησίον, κι αυτός είναι ο ευδαιμονισμός, η επίπλαστη δηλαδή ηδονιστική πληρότητα του είναι. Δηλαδή, όπως το λέει κι ο σοφός (πάλαι ποτε) λαός: «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε, κι ότι… κλπ, κλπ»
Από τα παραπάνω όμως συνάγεται και κάτι ακόμα σοβαρό και σημαντικό. Ότι δηλαδή το «δικαίωμα» παρέχεται στο άτομο από το σύνολο, και δεν είναι μια δική του αυθαίρετη απολαβή. Δηλαδή το δικαίωμα δεν είναι κάτι που το αποκτά κανείς επειδή έτσι το θέλει ή έτσι το φαντάζεται, αλλά του δίδεται από το σύνολο, προφανώς για συγκεκριμένους λόγους και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και πάντως όχι για τα όμορφά του τα καμαρόφρυδα.
Έτσι αποκαλύπτεται το φαιδρόν και γελοιωδέστατον της κοινότυπης νεοελληνικής ατάκας: «μα είναι δικαίωμά μου να …». Και λοιπόν; Ποιος το λέει; Εσύ; Σκασίλα μας μεγάλη! Αν εμείς, το σύνολο, το Κοινόν, η Σύναξη, δεν στο δώσουμε το δικαίωμα, τότε και δεν το έχεις, κι ας χτυπιέσαι χίλια χρόνια. Γούστο και καπέλο μας, κι ας πρόσεχες. Ευσεβείς πόθους μπορεί κανείς να έχει όσους θέλει, αλλά δικαιώματα λαμβάνει μόνο από Κοινόν. Αυτό νέμει το δίκαιο, την δικαιοσύνη, το δικαίωμα. Μόνον αυτό.
Κι έχει το Σύνολο τους δικούς του λόγους για κάθε δικαίωμα που (όπως δείξαμε παραπάνω) αποδίδει στο άτομο. Λόγους συνοχής κι επιβίωσης του ιδίου του Συνόλου. Λέει το Σύνολο: «σου δίνω, ώ άτομο αυτονομημένο, το τάδε δικαίωμα, όχι για να περνάς καλά, σκασίλα μου, αλλά διότι έτσι εγώ, το Σύνολο, εξυπηρετώ τους δικούς μου σκοπούς. Δεν με νοιάζει αν περνάς καλά, άλλωστε κι εσύ ως αυτονομημένο άτομο δεν νοιάζεσαι για εμένα. Απλά εξυπηρετούμαστε χρηστικά αλλήλοις. Συγκυριακά». Όταν όμως άτομο και σύνολο δένονται υπαρξιακά, πάει να πει δεν νοείται το ένα δίχως το άλλο, τότε συγκροτούν κοινωνία, και η παραπάνω λογική καταρρέει ή μάλλον υπερβαίνεται. Αντί της συναλλαγής, ό,τι απολαμβάνει το άτομο ή ό,τι προσφέρει στην κοινωνία δεν νοείται ως δικαίωμα ή ως υποχρέωση, αλλά ως φυσική απόρροια της υπαρξιακής τους σύνδεσης. Η οποία όμως υπαρξιακή σύνδεση δεν είναι μια σταθερή κατάσταση ευφορίας, αλλά ένα ασταθές και διαρκές στοίχημα στο οποίο η σχέση συνεχώς δοκιμάζεται, εκπίπτει και πάλι ανακάμπτει, αρνούμενη κάθε βεβαιότητα ως τέλμα. Ένα επίπονο άθλημα με στόχο την Αλήθεια.
Μακρύς πρόλογος για έναν σύντομο συλλογισμό: Εσύ, ζεύγος ομόφυλο, δίανδρο ή διγύναιο, γιατί επικαλείσαι «δικαίωμα» στην οικογένεια; Το γνωρίζω, το γνωρίζουμε, ότι ο σεξουαλικός σου προσανατολισμός είναι ασυνήθης. Δεν θα επεκταθώ εδώ περισσότερο. Όμως γιατί μιλάς για γάμο, και γιατί διεκδικείς οικογένεια; Σε τι θα είναι χρήσιμη η δική σου οικογένεια στο Σύνολο; Καθώς μόνο για χρησιμότητα μεταξύ σου και του Συνόλου μπορούμε να μιλάμε, κι όχι για σχέση οντολογική. Διότι εσύ από μόνο σου έχεις αυτονομηθεί από το Σύνολο, επειδή επιμένεις να επικαλείσαι αναιδώς τα «δικαιώματά» σου. Γιατί θέλεις, ώ ζεύγος ομόφυλο, να συγκρίνεις τον εαυτό σου και τον άγονο ευδαιμονισμό σου με τον φύσει γόνιμο ετερόφυλο έρωτα; Γιατί κρύβεις τις δικιές σου ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τα αβυσσαλέα ψυχολογικά σου κενά πίσω από την εμμονή σου να καλείσαι «οικογένεια» και να επικαλείσαι το «δικαίωμά» σου στην υιοθεσία;
Λίγη τιμιότητα, παρακαλώ. Είσαι οντότητα κατ’ επιλογή στείρα. Με αξιοπρέπεια δέξου τα συνεπακόλουθα αυτής αύτης της δικής σου, ελεύθερης επιλογής. Ζητάς γάμο όχι ως άθλημα προσφοράς, όχι για να εξασφαλίζεις την απαραίτητη θεσμική σταθερότητα στους συζύγους και στα τέκνα, αλλά για να απολαύσεις ύπουλα εσύ οφέλη προορισμένα για άλλους. Ζητάς υιοθεσία όχι ως άθλημα προσφοράς, όχι για προσφέρεις στο υιοθετούμενο τέκνο όσα ήθελες αλλά τελικά δεν μπόρεσες στα δικά σου παιδιά, αλλά για να καλύψεις τα δικά σου ψυχολογικά κενά της δικής σου ελευθέρως επιλεγμένης στειρότητας.
Μην το κάνεις, σε παρακαλώ. Μην εξευτελίζεις την έννοια του Γάμου. Μην περιφρονείς το ξόδεμα δυο ζωών στο άθλημα του ερωτικού τους δεσμού και της εξ αυτού γόνιμης δημιουργίας. Κι εσύ προϊόν μιας τέτοιας γόνιμης δημιουργίας είσαι. Τέλος, μην υποβαθμίζεις την ανατροφή των μελλοντικών γενεών σε εξυπηρέτηση ψυχολογικών συμπλεγμάτων και απωθημένων. Αυτό άσε το σε αυτούς που το έχουν επιλέξει από την αρχή, ως άθλημα. Θέλεις να απολαύσεις τον δικό σου ευδαιμονιστικό έρωτα; Δεν σε εμποδίζει κανείς. Όμως με εντιμότητα, παρακαλώ. Και με λίγη αξιοπρέπεια.
Το (ενεργειακό) αυγό του φιδιού
Σε μια χώρα όπου η βλακεία φαντάζει πια παντοδύναμη και ασταμάτητη, δεν είναι να απορεί κανείς γιατί το ενεργειακό της πρόβλημα χρεώνεται με προκλητική άνεση σε μια χούφτα απελπισμένους. Απελπισμένους παροικούντες πέριξ του ΑΗΣ Αγ.Δημητρίου, οι οποίοι εν απελπισία, και εκπίπτοντες των απαιτήσεων για ανθρώπινη διαβίωση, το μόνο που εκλιπαρούν είναι η άνωθεν υποσχεθείσα εργασία (ποιους πήγατε και πιστέψατε, βρε;) σε άκρως ανθυγιεινό περιβάλλον, ώστε να πεθάνουν από το χτικιό της ραδιενεργού τέφρας, κι όχι από την ένδεια της ανεργίας.
Αυτοί δηλαδή φταίνε για την αδυναμία του ΔΕΣΜΗΕ (ότι δηλαδή απέμεινε από την ΔΕΗ στο κράτος) και της ΡΑΕ, και των γραβατοφόρων αφεντικών τους να μεριμνήσουν για τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας. Τουλάχιστο έτσι μας διαβεβαιώνουν διαρρηγνύοντες τα Armani-ιμάτιά τους οι εισαγγελοειδείς δημοσιογράφοι των εν Αθήναις ΜΜΕ.
Μια χούφτα εξαθλιωμένων λοιπόν φταίει. Γιαυτό και τα ΜΑΤ ευκόπως καταστέλλουν το πρόβλημα, πλην όμως δεν το θεραπεύουν. Διότι όλη η Ελλάδα κρεμάστηκε από τον ΑΗΣ Αγ.Δημητρίου. Μα φυσικά! Αφού τόσα χρόνια τώρα κοιμώμαστε τον ύπνο το δικαίου. Χρόνια τώρα το ροχαλητό των εν Αθήναις καθευδόντων αρμοδίων αντηχεί από τον Έβρο ως το Καστελόριζο.
Διότι κατ’ αρχήν δεν έγινε το απολύτως αυτονόητο, δηλαδή η αναθεώρηση και η εξ αυτής μείωση των ενεργειακών απαιτήσεων της χώρας. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να περικόψει δια νόμου τις άσκοπες σπατάλες ηλεκτρικής κυρίως ενέργειας. Ειδικά στις μεγαλουπόλεις οι φανταζί φωταγωγήσεις των πολλών εκατοντάδων kW (κιλοβάτ διαβάζεται, και είναι περίπου όσο «καίει» ένας μικρός προβολέας αλογόνου) είναι σύμβολα πια της κιτς βραδυνής αισθητικής μας. Η χρήση των κλιματιστικών είναι ουσιαστικά και τυπικά ανεξέλεγκτη. Όποιος θέλει καίει όσο θέλει. Και μάλιστα δίχως οικονομική επιβάρυνση, καθώς για τον δροσισμό του πρωτευουσιάνου το Κράτος δεν ζητάει δεκάρα, αλλά για την θέρμανσή του τον χειμώνα ο Φλωρινιώτης, ως έχων και κατέχων βεβαίως, πρέπει να «στάζει» μπόλικο ειδικό φόρο καυσίμων, ώστε να μην καταντήσει παγοκολώνα. Για επιβολή βιοκλιματικού σχεδιασμού στις κατασκευές, φυσικά ούτε λόγος. Ενεργοβόρα κτήρια –τέρατα εξακολουθούν και ανεγείρονται καθημερινά. Πράσινες στέγες; Τι είναι αυτό; Οικιακά φωτοβολταϊκά; Μα από τον προηγούμενο μήνα ουσιαστικά πρακτικά απαγορεύτηκαν! Ποδηλατοκίνηση στις πόλεις; Το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;
Φυσικά ούτε κουβέντα για ΑΠΕ (Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Ο λόγος για κάτι χαζά άσπρα φουρφούρια στα βουνά και κάτι μαύρες πλάκες, που με αυτά γέμισαν τον τόπο οι κουτόφρακοι οι Ευρωπαίοι. Τι ξέρουν αυτοί; Εμείς γουστάρουμε λιθανθρακικές μονάδες να μας ντουμανιάζουν. Τα αιολικά πάρκα τα αποστρεφόμαστε. Καημένε Αίολε, σε αχρηστία περιέπεσες! Χαλάνε, λέει, οι ανεμογεννήτριες το απείρου φυσικού κάλλους τοπίο των κυκλαδίτικων κορυφογραμμών με τα πυκνά τροπικά δάση. Έτσι χάσαμε κι αυτό το τραίνο, προτού καν υποψιαστούμε ότι υπάρχει. Κι όμως, θα μπορούσε η Ελλάδα να έχει λύσει το ενεργειακό της πρόβλημα εκμεταλλευόμενη τον αιολικό της δυναμικό. Η Δανία βασίζεται σε αυτό κατά 30%. Εμείς μόνο κατά 3%. Όλος ο κόσμος σείεται από τις νέες ενεργειακές τεχνολογίες, τις οποίες και σπεύδει να υιοθετήσει, αλλά καταπώς φαίνεται η Ψωροκώσταινα ζει σε άλλονε πλανήτη. Σε άλλες χώρες η διείσδυση των οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων είναι αθρόα, εδώ το μόνο για το οποίο έσπευσαν τα σαΐνια του Υπ-Ανάπτυξης είναι η επιβολή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών σε όσους τολμητίες προβούν σε τέτοια, έστω και μικρή, εγκατάσταση. Μην χάσουν το κελεπούρι! Τα συμπεράσματα δικά σου, ω αναγνώστα.
Πολλά τέτοια θα μπορούσαμε να αναφέρουμε. Εν ολίγοις μιλάμε για ένα κράτος, για μια κοινωνία εξαιρετικά σπάταλη και ενεργοβόρα, που διαχειρίζεται τους φυσικούς της πόρους κατά τρόπο προκλητικά ανόητο. Μια κοινωνία που δεν κάνει πρακτικά τίποτα ούτε για να εξορθολογήσει και να μειώσει τις ενεργειακές της ανάγκες, ούτε για να τις καλύψει κατά τρόπο αποδεκτό από την σύγχρονη τεχνική πράξη. Κατά τα άλλα το πρόβλημά μας είναι οι λίγοι εξαθλιωμένοι καταληψίες. Και γιαυτό στέλνουμε τα ΜΑΤ και τους τσουβαλιάζουμε. Και νομίζουμε ότι έτσι όλα διορθώνονται, τρομάρα μας!
Ενός κακού μύρια έπονται, και αφού αποφασίσαμε πανηγυρικώς να δίδουμε γη και ύδωρ στις Βρυξέλλες κάθε φορά που θα τους καπνίσει να κάνουνε κουμάντο στα χρηστά μας ήθη, τότε καλά να πάθουμε, κανείς δεν μας φταίει. Κι ως προείπα, ας ετοιμαστούμε και για τα χειρότερα. Το αθλιότερο είναι βέβαια η προσφιλής μας πια τακτική να προσφέρουμε την γή και το ύδωρ δίχως καν να μας ζητηθεί.
Έτσι, με πρόσχημα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα (δήθεν τάχα μου ανθρώπινα δικαιώματα) σπεύδουμε κάποιοι εξ ημών, μπροστάρηδες ευρω-επαρχιώτες, να απαιτήσουμε συμβολαιογραφική κατοχύρωση για τις «ελεύθερες» σχέσεις στην κοινωνία μας. Μην χάσουμε!
Η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος διά της ΔΙΣ άμεση και αναμενόμενη. Πλην όμως, και ας μου το συγχωρήσουν οι πατέρες, όφειλαν να είχαν εντοπιστεί και τονιστεί κάποιες μάλλον αθέατες πτυχές του προβλήματος, καθοριστικές των πραγματικών του διαστάσεων.
Κατ' αρχήν όταν μιλάμε στην εκκλησία για Γάμο, αναφερόμαστε σε μυστήριο, δηλαδή σε "ειδική" έκφανση του γενικού Μυστηρίου της Εκκλησίας. Όμως κάθε μυστήριο, όπως και σύνολο το εκκλησιαστικό γεγονός, είναι τελικά σχέση ελευθέρων προσώπων, τα οποία ελευθέρως προσερχόμενα το συγκροτούν και το φανερώνουν. Δεν νοείται μυστήριο "αναγκαστικό" υπό την έννοια της ανελεύθερης υποταγής σε εξωτερικά σχήματα. Όταν τα πρόσωπα που προσέρχονται προς τέλεση –φανέρωση του μυστηρίου το πράττουν υπό καθεστώς πειθαναγκασμού ή αλλότριας σκοπιμότητας, ως πράξη και σχήμα εξωτερικής συμπεριφοράς δίχως εσωτερικό ψυχικό αντίκρισμα, τότε το μυστήριο πνευματικά, άρα ουσιαστικά, δεν υφίσταται. Με άλλα λόγια, εδώ δεν ισχύει το "πρέπει να το κάνεις, θες δεν θες". Αν δεν θέλεις, αλλά παρά την θέλησή σου υποχρεούσαι, τότε πνευματικά, άρα ουσιαστικά, το μυστήριο είναι ανύπαρκτο.
Άρα, όπως συνάγεται από τα προηγούμενα, ο Γάμος ως μυστήριο είναι εξ ορισμού Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης. Διότι οι νυμφευόμενοι συμφωνούν και προσέρχονται σε αυτόν εν ελευθερία.
Και συνεπώς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μεταξύ των υπολοίπων ζητημάτων που καλείται να επιλύσει, πρέπει απαραιτήτως να μετονομάσει και το εν λόγω σύμφωνο, καθότι το όντως Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης είναι ένα, και δη ο Γάμος, ο εντός της Εκκλησίας. Και ως γνωστόν, σφετερισμός ονόματος δεν μπορεί να γίνει ανεκτός. Τώρα, αν θα χρησιμοποιήσει γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό στην σύνθετη ονομασία που θα περιέχει και τον όρο "ελεύθερη συμβίωση", αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα, που θα πρέπει να το διαπραγματευτούμε εντός των ορίων της διεθνούς νομιμότητος…
Λοιπόν, όντως Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης ο Γάμος, εν Χριστώ βεβαίως, και εντός της εκκλησιαστικής ευλογίας. Διότι οι νυμφευόμενοι προσέρχονται εν πλήρει ελευθερία, καταθέτοντας εκουσίως την ατομική τους ελευθερία, δίχως αυτό να την καταργεί, στην υπηρεσία του κοινού βιοτικού αθλήματος. Είναι όμως πάντα έτσι; Ή μήπως συνήθως δεν είναι έτσι;
Όπως προαναφέρθηκε, η συγκρότηση μυστηρίου υπό καθεστώς πειθαναγκασμού ή αλλότριας σκοπιμότητας ακυρώνει πνευματικώς άρα και ουσιαστικώς το μυστήριο. Όταν δυο άνθρωποι προσέρχονται σε γάμου κοινωνία από καταναγκασμό, από γονικό διακανονισμό, από συμφέρον οικονομικό, από φετιχιστικές εμμονές, από ηδονιστικό σεξαπήλ, από μόνη την ενστικτώδη ανάγκη της βιολογικής διαιώνισης, ή δεν ξέρω κι εγώ από τι άλλο, τότε πολύ φοβούμαι ότι ο γάμος αυτός είναι θλιβερά πορνικός, ακριβώς επειδή έχει ως μόνο θεμέλιο την χρηστική θεώρηση του Άλλου. Ο Άλλος ως αντικείμενο χρήσης για την κατοχύρωση του ΕΓΩ, όχι αγαπημένος συναθλητής στο κοινό υπαρξιακό στοίχημα. Γάμος και πορνεία, δυο φαινομενικά ασύμβατες έννοιες, που όμως δύνανται να συνυπάρξουν στην ίδια σχέση, η πρώτη ως επιφάνεια, και η δεύτερη, ως ουσία.
Και προτού βιαστούμε ευκόπως να κατηγοριοποιήσουμε πράξεις σε μια προσπάθεια συγκρότησης "δογματικού ποινικού κώδικα", ας αναλογιστούμε πόσες φορές, εν αγνοία έστω ή κατ' οικονομία προς αποφυγή των χειροτέρων, δεν ευλογήσαμε εμείς, ως εκκλησία τέτοιες πορνικές συμβιώσεις. Αυτό πονάει, αλλά θέτει το πρόβλημα σε άλλες βάσεις, πνευματικά στέρεες. Και νομίζω πως από εκεί πρέπει να αρχίσουμε.
Κοινός άξονας των κινητοποιήσεων όλων αυτών, δηλαδή όλων ημών, η αδιαπραγμάτευτη άρνησή μας να απεμπολήσουμε «κεκτημένα» προνόμια. Προσοχή όμως:
Προνόμια, όχι δικαιώματα. Τα προνόμια μπορεί να είναι (και είναι) άδικα. Αν ήταν δίκαια, θα ήταν δικαιώματα, αυτονόητα και δεδομένα. Το δικαίωμα το διεκδικείς, κι εν τέλει σου δίδεται εν ονόματι του κοινού περί δικαίου αισθήματος. Το προνόμιο το υφαρπάζεις, το «κατακτάς». Φυσικά εις βάρος των μη προνομιούχων, δηλαδή όλων των υπολοίπων κορόιδων, των αδυνάτων, όσων δηλαδή αδυνατούν (ή εκουσίως απαξιούν) να υφαρπάξουν τα δικά τους. Προ-νόμια, δηλαδή προ του Νόμου, άρα έξω από τον Νόμο, δηλαδή εντελώς έξω από το «ορθώς κοινωνείν». Διότι το «ορθώς κοινωνείν» μπορεί να μην εξαντλείται στον Νόμο ως γράμμα και τύπο, αλλά οπωσδήποτε τον προϋποθέτει. Κι όταν ακόμα τον παραβαίνει, είναι για να τον υπερβεί σε μια θεοειδή απογείωση προσωπικών σχέσεων.
Τις παραπάνω ασυνάρτητες φλυαρίες ο Μακρυγιάννης, ο Μέγας εν τη συνάξει ημών, τις συνοψίζει με Λακωνική σοφία σε δυο λέξεις: στο «ΕΓΩ» και στο «ΕΜΕΙΣ». Γελοιοποιώντας την κλασσική μαθηματική θεωρία περί Συνόλων, η συγχώρεση του Μακρυγιάννειου υποσυνόλου «ΕΓΩ» στο «ΕΜΕΙΣ» είναι άτοπος, διότι το υπερσύνολο, δηλαδή το «ΕΜΕΙΣ» αυτομάτως καταλύεται. Διότι ακριβώς δεν είναι απλό σκορποχώρι- υπερσύνολο, αλλά ζωντανή οργανική συνύπαρξη.
Επωμιζόμενος το ίδιον άχθος θα μιλήσω ως μηχανικός. Έτσι το πολύ- πολύ να κακοκαρδίσω μερικούς συναδέλφους. Οι λοιποί ας βγάλουν ο καθένας για τον εαυτό του τα δικά του συμπεράσματα. Λοιπόν εμείς οι μηχανικοί, όπως και πολλοί άλλοι, κραυγάζουμε έναρθρες κραυγές, ντεμι-αριστερόηχες, του είδους «κάτω τα χέρια από το ταμείο μας». Το ταμείο ΜΑΣ! Κι ας στήθηκε εν πολλοίς εν μέσω σκανδαλωδών προνομίων και νομίμων «χορηγιών» από τα δημόσια και ιδιωτικά έργα, τα χρηματοδοτούμενα από τον φορολογούμενο πολίτη. «Υγιές» το ταμείο ΜΑΣ. Διότι δεν το κατασπάραξαν οι κυβερνήσεις του παρελθόντος με τα Μαρκεζίνεια δανεικά κι αγύριστα. Διότι οι συνταξιούχοι του είναι προς το παρόν ελάχιστοι, αλλά οι αιμοδότες του, οι νεαροί μηχανικοί που εγγράφει αγεληδόν κάθε χρονιά πολλοί. Φυσικά και θα είναι «υγιές». Να δούμε τι θα λέμε σε δυο- τρεις δεκαετίες όταν αυτή η συγκυριακή αναλογία καταρρεύσει.
«Υγιές» το ταμείο ΜΑΣ. Ας πάνε να ψοφήσουν οι υπόλοιποι. Αυτοί που τα δικά τους ληστευθέντα αποθεματικά πλούτισαν την Καμόρα των ημετέρων στα χρηματιστήρια και στα ομόλογα. Ας πρόσεχαν, δεν μας νοιάζει εμάς. Κι αν τα δικά τους αφεντικά θησαύριζαν από παρακρατηθείσες εισφορές που ουδέποτε αποδόθηκαν, πάλι ας πρόσεχαν. Ας τα απέλυαν (τα αφεντικά τους). Αν η ανέχεια και η εξαθλίωση εξαπλώνεται τριγύρω, εμάς δεν μας νοιάζει, διότι το δικό ΜΑΣ ταμείο είναι «υγιές». Κι όμως δεν σκεφτήκαμε κάτι: Τα δικά μας παιδιά είμαστε σίγουροι πως θα ενταχθούν στο δικό ΜΑΣ «υγιές» ταμείο; Αυτά δεν πρέπει να βρουν μια ζώσα και λειτουργούσα κοινωνική ασφάλιση; Αυτά, όταν αργότερα πάψουν πια να είναι δικά μας προστατευόμενα, δεν θα πρέπει να έχουν περίθαλψη; Ή μήπως η δικιά μας σύνταξη τότε θα μας παρηγορεί; Ή μήπως θα αρκεί για την νοσηλεία τους, για να μην πεθαίνουν στα σκαλοπάτια των νοσοσκομείων – επιχειρήσεων;
Πρέπει να καταλάβουμε ότι το στοίχημα της κοινωνικής ασφάλισης είναι κοινό. Πως όσο υπάρχουν προνομιούχοι και μη, όσο δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι οι ανάγκες σε υγεία και αξιοπρέπεια είναι ακριβώς οι ίδιες για όλους μας, τόσο το σύστημα θα αποδομείται. Και όταν οι «προνομιούχοι» καταλάβουν ότι τα προνόμιά τους μέσα σε ένα περιβάλλον γενικής κατάρρευσης τους είναι πια άχρηστα, τότε πια θα είναι αργά για κλάματα. Κι αν πιστεύουμε, όσοι πιστεύουμε, ότι η δική μας ευημερία μπορεί να συνυπάρξει με την εξαθλίωση του πλησίον, αυτό δεν μας τιμάει. Χώρια που είναι και βλακώδες. Αντί λοιπόν να ταμπουρωνόμαστε πίσω από τις εγωτικές ασφαλιστικές εμμονές μας, θα ήταν ίσως καλύτερο να απαιτούσαμε από την κυβέρνηση – την κάθε κυβέρνηση- να αντιμετωπίσει αυτό το τεράστιο θέμα στην βάση της απόλυτης ισότητας των πολιτών της. Ισότητας στις βιοτικές ανάγκες και στην κοινωνική αξιοπρέπεια. Και να την στηρίξουμε σε αυτό.
Το ξέρω ότι κακοκαρδίζω πολλούς συναδέλφους μηχανικούς. Δεν ξέρω όμως να χαϊδεύω αυτιά. Τόχω αυτό το κουσούρι. Δεν κάνω για συνδικαλιστής, το ξέρω, κι άρα δεν αποβλέπω στην ψήφο τους. Μου είναι όμως αδιανόητη η πρακτική του να λιβανίζουμε τον εαυτούλη μας. Γιαυτό και γράφω όσα γράφω. Υπενθυμίζω ότι απευθύνομαι στον εαυτούλη μας, ημών των μηχανικών. Οι λοιπές συντεχνίες ας καλλιεργήσουν αν θέλουν τον δικό τους προβληματισμό για τον δικό τους μικρό εαυτούλη.
Αύριο τι;
Η ιστορία του Νέου Ελληνισμού δεικνύεται κατά τρόπο τραγικό ως πορεία ιστορικής συρρίκνωσης, και εν τέλει αφανισμού. Όχι της Νεοταξόπληκτης Ψωροκώσταινας, (αυτή καλά κρατεί.), αλλά του Ελληνισμού, ως ιστορική παρακαταθήκη.
Κι όμως, (όπως σοφά-σοφότατα αναφέρεται στο κινηματογραφικό αριστούργημα του Μπουλμέτη), τα ουσιωδέστερα είναι αυτά που δεν φαίνονται, με την πρώτη ματιά τουλάχιστο. Κάτι σαν το αλάτι στο ιμάμ-μπαϊλντί δηλαδή. Τα γεύεσαι, αλλά δεν τα βλέπεις. Οι όντως χαμένες πατρίδες δεν είναι αυτές που προαναφέραμε, αυτές που τις βλέπεις με τα μάτια του σαρκίου, αλλά οι άλλες, οι αόρατες. Το υπαρξιακό πρόβλημα σήμερα του Ελληνισμού δεν είναι η γεωγραφική, αλλά η πνευματική, η ιδεολογική του συρρίκνωση.
Η ιστορική κατάθεση του Ελληνισμού στην παγκόσμια σκέψη είναι αυτή: Ο ιερός θεοειδής άθλος του πολιτεύσθαι, η εκλογίκευση του κοινώς αληθεύειν, η αιτιοκρατική πορεία της λογικής, η υπαρξιακή υπέρβαση της κατανόησης του σύμπαντος ως "κόσμου", δηλ η θεώρηση της βαθύτερης αρμονίας και του κάλλους των όντων πέρα από τα φαινόμενα. Ούτε τα μετα-εικονομαχικά αγιογραφικά αριστουργήματα, όπου σης και βρώσις αφανίζει, ούτε τα μάρμαρα της ακροπόλεως, όπου οι Έλγινοι, οι εξ Αλβιώνος κλέπται διορύσσουσιν και κλέπτουσιν. Τίποτα απ' όλα αυτά. Ελληνισμός τελικά, σε απλή γλώσσα είναι τρόπος να υπάρχεις, να συνυπάρχεις εν πολιτεία, να λογίζεσαι ορθώς και να κοινωνείς ορθώς τις ιδέες σου, τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Αυτή είναι η πατρίδα, η όντως χαμένη.
Η απώλεια αυτής της πατρίδος είναι και η οδυνηρότερη. Κι ας οδυρόμαστε για την πλαστογράφηση της μακεδονικής ιστορίας, και τον σφετερισμό του ονόματος. Μήπως οι γείτονες απλά συλλέγουν τα ψιχία που εμείς, ανορεξικοί, αφήνουμε να πέσουν από το δικό μας τραπέζι; Γιατί υπάρχει και η άλλη Μακεδονία, η πνευματική. Κι αυτήν δυστυχώς εμείς την πλαστογραφήσαμε με τον χειρότερο τρόπο.
Την γλώσσα, την Ελληνιστική, αυτήν που οι λόγιοι του Μέγα Μακεδόνος διέδωσαν, αναρωτηθήκαμε ποτέ πού την έχουμε καταντήσει; Λες και ήταν κτήμα μας, λες και δεν την χρωστάμε στις επερχόμενες γενεές. Καταλήξαμε με εφαλτήριο το δόγμα του "Δημοτικισμού" να επιβάλλουμε μια άθλια λεξιπενία, αποκλείοντας πλούσιους αρχαίους όρους, να τείνουμε προς την εκφυλιστική φωνητική γραφή με βήματα αργά, αλλά σταθερά, περιφρονώντας την απαίτηση για ετυμολογική αναφορά και για νοηματική σαφήνεια. Κατακρεουργήσαμε την γραμματική, ονομάζοντας κανόνα και νόμο γλωσσικό απαράβατο την αγραμματοσύνη της χωριατίλας μας. Και το χειρότερο, αυτό το παρακμιακό υπόλειμμα της Ελληνικής το "καθαγιάσαμε" υιοθετώντας το ως Αργκό μιας τάχα μου και προοδευτικής (τρομάρα μας) καθεστωτικής Αριστεράς. Θαυμάστε πρόοδο!
Του άλλου παμμεγίστου Μακεδόνος του Σταγειρίτου, το «ορθώς διανοείσθαι διά το ορθώς κοινωνείν», μήπως δεν το έχουμε προδώσει κι αυτό; Ήθελε αυτός να σκέπτεται σωστά, για να πραγματεύεται σωστή κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Τρίζουν τα κοκαλάκια του μεγάλου αυτού διδασκάλου, ακούγοντας μισή ντουζίνα αθλίων "επισήμων" να κραυγάζουν αγεληδόν και πιθηκοτρόπως στα τηλεοπτικά windows.
Ή μήπως τιμούμε το ήθος του Μέγα στρατηλάτου; Αυτός ήταν μπροστάρης στην μάχη. Δεν υπήρχε στο κορμί του εκατοστό απλήγιαστο. Έτσι κέρδισε την Ασία. Ας πάρουμε έναν έναν τους δικούς μας εθνοπατέρες. Εμπρός ο Αχιλέγας*, ακολουθούν πιστά αυτοί. Πάω στοίχημα ότι οι μισοί απ' αυτούς δεν έχουν περάσει ποτέ την πύλη ενός στρατοπέδου. (Ή μήπως τους αδικώ; Το Πάσχα… τα αρνάκια…) Παρωχημένες στρατοκρατικές υστερίες σε εποχές θριάμβου των οικονομικών ελιγμών; Κι όμως, κάποιοι άλλοι δικαίως καλούνται Έθνος Μεγάλο, λαός Κοσμοκράτωρ. Και θα παραμένουν έτσι, όσο οι δικοί τους Πρίγκιπες, με τα σχεδόν παιδικά πρόσωπα θεωρούν αυτονόητο το ρισκάρουν την ζωή τους ευρισκόμενοι στην πρώτη γραμμή. Είτε στα Φώκλαντ, είτε στο Αφγανιστάν.
---------------------------------------------------
*Αχιλέγας: Φραγκοσπούδαστο παλληκάρι της φακής. Κατά την επανάσταση του 21 αυτοαφοδευόμενος, παρέδωσε αμαχητί κάστρο αξιόμαχο στους Τούρκους. Ο Μακρυγιάννης παρέδωσε την μνήμη του στην χλεύη των αιώνων.

Γιατί έχω την αίσθηση ότι οι πολύτεκνοι έχουμε πέσει χαμηλά; Κάτι οι πυρκαγιές του καλοκαιριού, κάτι οι πρόσφατες παγωνιές, κάτι τα εκ Βρυξελλών χρυσόβουλα, (το μάθαμε πια το παραμύθι, όλες τις αντιλαϊκές ανισορροπίες μας στην ΕΕ τις χρεώνουμε, κι άντε να πάει ο Ελληνάκος να βρει το δίκιο του στας Ευρώπας), κάτι η νεκρική ακαμψία του κράτους της ΠΔΨ (υπενθυμίζω: Πλησιοαφρικανική Δημοκρατία της Ψωροκώσταινας), πορτοκάλια φέτος δεν μοιράστηκαν στις πολύτεκνες οικογένειες. Και λοιπόν; Ούτως ή άλλως κανείς δεν γινόταν πλούσιος από την κρατική ελεημοσύνη, κι όμως κάποιοι γόγγυξαν. Γιατί; Δεν το καταλαβαίνω! Γιατί ανταλλάσσουμε την αξιοπρέπειά μας με 2 κούτες πορτοκάλια; Αυτό είναι το πρόβλημά μας;
Γιατί δεν άκουσα από πουθενά έστω κι ένα σχόλιο για την «ασφαλιστική» μεταρρύθμιση, και για τον αισχρό τρόπο που μας αφήνει απ’έξω; Δεν το καταλάβαμε ότι βάζουν στο ίδιο τσουβάλι κάποιον με δέκα παιδιά με κάποιον με ένα; (κατά πολλοστή παράβαση του Συντάγματος, άρθρο 21, το οποίο ούτως ή άλλως εν πολλοίς έχει πια καταντήσει για χρήση τουαλέτας και μόνο). Στην ίδια πρακτικά ηλικία θα βγει στην σύνταξη η κυρα-Βάσω, μάνα εφτά παιδιών με μια ανύπαντρη, και φυσικά την ίδια σύνταξη θα παίρνει! Κι ας έχει χιλιαπλάσιες υποχρεώσεις. Κι ας είναι τα δικά της 7 παιδιά αυτά που θα πληρώνουν την σύνταξη και της ανύπαντρης. Κι ας έχει στερηθεί η κυρα-Βάσω τα πάντα, γερασμένη πρόωρα, για να τα μεγαλώσει, ενώ αλλιώς θα ζούσε την ζωούλα της την ανέμελη και την χαρισάμενη. Γιατί αυτό δεν το καταγγέλουμε; Γιατί αφήνουμε να μας παραμυθιάζουν σαν μωρά;
Διότι αυτοί οι γραβατοφόροι εξυπνάκηδες, οι ψευδόμενοι καθ’έξιν και κατ’επάγγελμα, οι εργατο-λαο-πατέρες της κακιάς ώρας, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κοπτόμενοι για τα δήθεν τάχα μου αποθεματικά των δήθεν τάχα μου «υγειών» ταμείων τους, λέγοντας ιστορίες για 1000+1 νύχτες, αλλά σκοπίμως μας αποκρύπτουν ότι η σύνταξη που θα πάρει εις έκαστος εξ ημών δεν θα είναι η επιστροφή των εισφορών που έχει ήδη προ-καταβάλλει, (με αυτές απλά κατοχυρώνεις δικαίωμα), αλλά θα προέρχεται από τις εισφορές των τωρινών παιδιών, δηλαδή των αυριανών εργαζομένων. Άρα τα δικά σου 8 παιδιά, κυρ-Αντώνη θα ταΐζουν τον 50άρη Μητσάρα, τον πλέιμπόι, τον γείτονα, που σε κοιτάει και στραβά για την 2000 κυβικών αμαξάρα σου (το λεωφορειάκι με τις κόκκινες πινακίδες). Στα γεράματά του, βέβαια, γιατί ακόμα έχουμε καιρό.
Άρα, το «ασφαλιστικό» πρόβλημα δεν είναι ασφαλιστικό, αλλά καραμπινάτο ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ. Αυτό γιατί δεν βγαίνει κανείς να το φωνάξει; Κι όμως, ακόμα θα κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Για πόσο ακόμα; Προς το παρόν γκρινιάζουμε για τα πορτοκάλια…
Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Η «ισότητα» που μας διαφημίζουν είναι ανισότητα εξόφθαλμη. Πρόσφατα θεσμοθετήθηκε και το «ενιαίο τέλος ακίνητης περιουσίας». Πρέπει να είναι κανείς πάνσοφος και βάλε, για να εμπνευσθεί ένα τέτοιο «δίκαιο» μέτρο. Τύφλα νάχει ο Σόλων! Διότι εσύ κυρ-Αντώνη με τα 8 παιδιά σου είσαι πλούσιος καπιτάλας, έχων και κατέχων, και θα ξηλωθείς να τα στάζεις στην Ψωροκώσταινα, διότι έχεις σπιταρόνα με 5 παρακαλώ δωμάτια! (κάντε την διαίρεση, 2 παιδιά ανά δωμάτιο, αυτό κι αν δεν είναι πολυτέλεια). Ενώ η κυρα-Σούλα, η συνάδελφος και γειτόνισσά σου, η «δεσποινίς», η «έφηβη» ντε, με το 2άρι, (που σε κοιτάει και στραβά επειδή προηγήθηκες στην μετάθεση) αυτή θα απαλλαχθεί. Α, ξέχασα! Είχες κάνει και το λάθος να κονομήσεις με ματωμένες οικονομίες και από ένα χωραφάκι στις κόρες σου, για προίκα, να μην τις παντρέψεις ξεβράκωτες. Καημένε μου, ψάξε για τρίτη δουλειά (γιατί δεύτερη ήδη κάνεις εδώ και χρόνια), γιατί σε βλέπω πίσω από τα κάγκελα! Διότι ή έχουμε ισότητα ή δεν έχουμε. Φυσικά, εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…
Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Και νάτανε μόνο τα πορτοκάλια. Τρέμεις, κυρ-Αντώνη, μην τυχόν και χαλάσει κανα δόντι στην οικογένεια. 10 άτομα επί 1 σφράγισμα επί πόσο πάει το κάθε σφράγισμα, λογάριασε. Φυσικά το κόστος θα το δώσεις από την τσέπη σου. Η Ψωροκώσταινα έχει άλλους «ημετέρους» να εξασφαλίσει. Αναξιοπαθούντες προμηθευτές νοσοκομείων, φαρμακοβιομηχάνους, κλπ. Είναι και οι καημένες οι ΠΑΕ, με τα χρέη τους, πού να τα βγάλουν πέρα; Δεν περισσεύει τίποτα για τα δικά σου σφραγίσματα, κυρ-Αντώνη. Καημένε μου, πρωταθλητής έχεις γίνει στην προληπτική στοματική υγιεινή. 10 βουρτσίσματα την ημέρα! Φυσικά, εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…
Έχουμε όμως ισότητα. Ίσες ευκαιρίες. Διότι τα 8 παιδιά σου, κυρ-Αντώνη, έχουν ακριβώς ίσες ευκαιρίες μόρφωσης με τον Θανασάκη, το γειτονόπουλο, το μοναχοπαίδι. Για την ακρίβεια έχουν ίσα, και παραπάνω ακόμα δικαιώματα στον αποκλεισμό τους από την μόρφωση. Διότι η Ψωροκώσταινα ούτε σχολεία σοβαρά δεν μπορεί να οργανώσει για τα παιδιά σου, κυρ-Αντώνη, ούτε και σου καλύπτει τίποτα από τα έξοδά σου για τα φροντιστήρια των παιδιών (ως όφειλε φυσικά, καθώς πανθομολογουμένως η Πολιτεία έχει παταγωδώς αποτύχει στο να παρέχει στα παιδιά την μόρφωση που τους υπόσχεται, αλλιώς ποιος χαζός θα έδινε μια περιουσία στα φροντιστήρια;) Ισότητα, λοιπόν κι εδώ, αλλά ισότητα στην αποτυχία και τον αποκλεισμό, όχι στην μόρφωση και την πρόοδο. Πάντως ισότητα! Φυσικά όμως εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…
Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Ακριβώς γιατί εσύ κυρ-Αντώνη γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια. Γιατί εσύ κυρ-Αντώνη τόσα χρόνια συνήθισες να εκλιπαρείς για την κρατική ελεημοσύνη. Συνήθισες να επαιτείς. Κι όσο επαιτείς δεν θα μπορέσεις ποτέ να απαιτήσεις. Εσύ, και όλοι όσοι μοιράζονται τα ίδια βάρη με εσένα, μεταγγίζοντας τόσα χρόνια το αίμα σας και την ζωή σας στην ψυχορραγούσα Ψωροκώσταινα. Πρέπει όμως να απαιτήσεις, όχι τίποτες ελιτίστικα προνόμια (δεν ήσουν ποτέ τέτοιος, κυρ-Αντώνη), αλλά την αυτονόητη αξιοπρέπεια που σου οφείλει αυτή η Πολιτεία. Σε εσένα, στο αίμα, και στον ιδρώτα σου. Να τα απαιτήσεις! Κι άστα τα πορτοκάλια…
Φλώρινα, Φεβρουάριος 2008Πολιτεία ή «πλειοψηφία»;
Στα κοινά το θεμελιωδώς ζητούμενο δεν είναι η Δημοκρατία, και φυσικά δεν είναι ούτε και η ποικιλοτρόπως νοθευμένη «Δημοκρατία» των ημερών μας. Πρωτίστως το ζητούμενο είναι η Πολιτεία, το ψυχοπόνεμα της κοινής μας μοίρας, η αίσθηση ευθύνης για την κοινή μας πορεία. Έννοια ξεχασμένη, αραχνιασμένη η Πολιτεία, κανείς πια δεν μιλάει για αυτήν, κι όμως δίχως αυτήν ο,τιδήποτε άλλο στον κοινό μας βίο στερείται νοήματος.
Πολιτεία θα πει το εγώ να υποκλίνεται ταπεινά στο εμείς. Θα πει το δούναι να προτάσσεται του λαβείν. Θα πει ανάληψη της ευθύνης από τον καθένα σύμφωνα με το μερίδιό του, ανάληψη πραγματική, κι όχι στα λόγια. Θα πει ολοκληρωτική ένταξη του ατόμου στους Θεσμούς, όχι σε τίποτα άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους νόμους, αλλά στα θέσμια της εν ελευθερία αυτονομίας μας.
Κάποτε, πολύ παλιά –ποιος τα θυμάται πια αυτά- η Πολιτεία νοηματοδοτούσε την ζωή των προγόνων μας, ανεξάρτητα από το επιμέρους μοντέλο διακυβέρνησης και διαχείρισης. Και ήταν τόσο στέρεη αυτή η νοηματοδότηση, που η εσχάτη των ποινών συνήθως δεν ήταν άλλη από την εξορία, τον εξοστρακισμό. Το έσχατο κατάντημα ήταν να είσαι «άπολις». Η χειρίστη βρισιά να σε αποκαλούν «ιδιώτη», ή «αχρείο», άχρηστο δηλαδή για το κοινό καλό. Ποιος τα θυμάται όμως πια αυτά;
Και κυρίως, ποιος τα διδάσκει στα παιδιά μας; Στα παιδιά μας τα ταμπουρωμένα πίσω από δυο λουκέτα και μια πρόχειρα φραγμένη είσοδο σχολείου, αλλά πρωτίστως πίσω από τον μηδενισμό, την υπερφίαλη έπαρση και την ανευθυνότητα που εμείς, οι οικτρά αποτυχημένοι 40άρηδες γονείς φροντίσαμε να τους εμφυσήσουμε. Στα παιδιά που αντίς για γνώση εννοούν την κατάρτιση, την χρηστική εκμάθηση και την προετοιμασία για τις εξετάσεις. Στα παιδιά που τα ψυχανωμαλιάσαμε με τις δικές μας νοσηρές εμμονές στις αριθμητικές βαθμολογίες και στο κατινίστικο καραγκιόζεμα του διαγκωνισμού για την «σημαία». Στα παιδιά που κανείς δεν τους δίδαξε πως το «χρήσιμο» δεν είναι πάντα και ωφέλιμο, πως η γνώση δεν οδηγεί απαραίτητα και στην σοφία, πως ο μόχθος τους δεν συνιστά κατ’ ανάγκη και μαθητεία. Στα παιδιά που ακόμα μπορούν και οσμίζονται πως κάτι δεν πάει καλά, ή καλύτερα πως τίποτα δεν πάει καλά, αλλά ελλείψει εμπειρίας δεν μπορούν να διακρίνουν καθαρά τι είναι αυτό. Στα παιδιά που, στερημένα από το χάδι μας, και παραμπουκωμένα από την υλική αφθονία της απουσίας μας, αποπειρούνται «σχέσεις» από τα 13 τους, αλλά Σχέσεις ίσως δεν καταφέρουν ποτέ να συνάψουν. Που τρέχουν στα ωδεία, στα μπαλέτα, στα χορευτικά, στα καλλιτεχνικά, αλλά για την υψηλή Τέχνη της Αγάπης και της συνύπαρξης ουδέποτε έχουν ακούσει.
Στα παιδιά που ποτέ δεν διδάχθηκαν ότι «πλειοψηφία» δεν σημαίνει πάντα δημοκρατία, και οπωσδήποτε όχι απαραίτητα και πολιτεία. Που αντ’αυτού τους πείσαμε ότι φτάνει μια προσχηματική πλειοψηφία, και ενίοτε περιττεύει και αυτή, για να στερήσουν την παιδεία από τους συμμαθητές τους κι από τους εαυτούς τους. Άποψη που υποστηρίζεται όχι από κανέναν άξεστο επαρχιώτη, αλλά από τα πλέον επίσημα χείλη, και δη από τον ίδιο τον Αξιότιμο κ.κ.Υπουργό Εθνικής (παρα;)Παιδείας και Θρησκευμάτων, όταν δηλώνει δημοσίως κι ευθαρσώς ότι οι αποφάσεις των μαθητών για καταλήψεις των σχολικών κτηρίων είναι απολύτως σεβαστές, αρκεί να έχουν ληφθεί κατά πλειοψηφία(!!!).
Και το χειρότερο δεν είναι οι χαμένες ώρες διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων, που ούτως ή άλλως χάνονται μες την μπαχαλώδη ανοργανωσιά του Υπουργείου (παρα;)Παιδείας, αλλά η συστηματικότατα μεθοδευμένη διδασκαλία της αυθαιρεσίας και της ετσιθελικής κατάλυσης των θεσμών. Τα παιδιά μας μαθαίνουν ότι η παιδεία είναι απλά ένα ακόμα δικαίωμά τους, που αν θέλουν το αποποιούνται ή και το αφαιρούν από τους συνομηλίκους τους. Κι όμως πρώτα απ’ όλα είναι υποχρέωσή τους απέναντι στην ίδια τους την προκοπή. Πείθονται πως μπορούν ατιμωρητί να καταλύουν τους θεσμούς, ειδικά με το πρόσχημα την δυσλειτουργίας τους. Κι όμως αυτό που μας καθιστά κοινωνία πολιτισμένη δεν είναι η απολύτως εύρυθμη λειτουργία των θεσμών μας, αλλά η ίδια τους η ύπαρξη.
Ύπουλη συνιστώσα του προβλήματος η διακριτική κι αθόρυβη παραμονή της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης στο περιθώριο των γεγονότων. Ουδείς διανοείται να διαταράξει την γαληνοτάτη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, όσο κι αν κατ’ επίφαση εναντιώνεται στην λογική τους, όσο κι αν κόπτεται για την δημόσια, «δωρεάν» (συγγνώμη, διάλειμμα για αυθόρμητα γέλια) παιδεία. Κι υπερκείμενη του αθλίου και θολού αυτού σκηνικού η ευλογούσα Δεξιά (χειρ) του Υπουργείου (παρα;) Παιδείας. Ευλογούσα την κατά παραγγελία και κατά πλειοψηφία προαποφασισμένη κατάλυση των θεσμών.
Τα συμπεράσματα δικά σου, ώ αναγνώστα. Τα δικά μου όχι πως τα κρατώ κρυφά, αλλά αρκετά σου μαύρισα την καρδιά, νομίζω.
Αδόλφος, ο Μέγας αδικημένος.

Είναι ίδιον των μεγάλων ανδρών (μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία) να προηγούνται της εποχής τους, κι ως εκ τούτου συχνάκις να παρεξηγούνται από τους συγχρόνους τους, οι οποίοι εν μέσω μυωπικής πεζότητας αδυνατούν να τους καταλάβουν. Έτσι η αξία των μεγάλων ανδρών (και ισαρίθμων γυναικών -για να είμαστε και κατά Ρεπούση politically correct) αναγνωρίζεται πολύ αργότερα.
Λοιπόν και ο Αδόλφος ο Μέγας, ο πολιτικός και πνευματικός ηγέτης του 3ου Ράιχ, ο καθοδηγητής και διαφωτιστής, ο καταυγάσας την εικοστοαιωνική ανθρώπινη σκέψη, επιτέλους δικαιώνεται μετά βαΐων και κλάδων 6 δεκαετίες μετά θάνατον. Και μάλιστα από εκεί που κανείς δεν θα το περίμενε, από την Επιτροπή Βιο-ηθικής της Πλησιοαφρικανικής "Δημοκρατίας" της Ψωροκώσταινας (Π."Δ".Ψ.), η οποία Ψωροκώσταινα μάλιστα 2-3 γενεές νωρίτερα (όσο διατηρούσε ακόμα το παρατσούκλι "Ελλάς") τον είχε τόσο άδικα παρεξηγήσει και πολεμήσει. (Κάτι που εντέχνως και δολίως αποκρύπτει το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ' δημοτικού.)
Διότι, ως γνήσιοι φορείς της μετα-νιτσεϊκής κοσμοθεώρησης, οι θύραθεν θιασώτες του θείου Φρίντριχ, οι σαφώς εμφορούμενοι από το νεοταξικό ιδεώδες του Υπερ-ανθρώπου, κατόπιν πολλής και σοβαρής περισκέψεως απεφάνθησαν ότι είναι όχι μόνο θεμιτό, αλλά μάλλον (εκ των συμφραζομένων των) και επιβεβλημένο να θανατώνεται εν τη γενέσει κάθε ανθρώπινο ον, το οποίο φέρει συγγενείς χρωμοσωματικές "ανωμαλίες", όπως άλλωστε επιτάσσει η ευγονική εξέλιξη του είδους.
Φυσικά δεν το λένε έτσι. Αυτό έλλειπε. Αντ' αυτού μας λένε ότι είναι απάνθρωπο να αφήνουμε να γεννηθεί ένας άνθρωπος που θα ταλαιπωρείται ισόβια, ο καημένος, από κάποια ανίατη κληρονομική ασθένεια, και άρα του κάνουμε και χάρη αν τον σκοτώσουμε ενόσω βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακή ηλικία. Λες και είχαν κανένα ζόρι οι νεοταξικοί καραγκιόζηδες για την δυστυχία του διπλανού τους. Μην τρελαθούμε κιόλας!
Δεν μας λένε όμως γιατί δεν θάπρεπε να κάνουν το ίδιο και σε όσους βρίσκονται ήδη εν ζωή και έχουν ενηλικιωθεί (πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, σύνδρομο ντάουν, εκφυλιστικές ασθένειες, τετραπληγικούς, αναπήρους-θύματα ατυχημάτων, κλπ). Γιατί να υποφέρουν οι δύσμοιροι; Να τους στείλουμε όλους στους θαλάμους αερίων, όπως ακριβώς έκανε και στα ανθρώπινα "απόβλητα" του Γ' Ράιχ και ο Αδόλφος ο Μέγας, ο δια της εν λόγω Επιτροπής επιτέλους καταξιωθείς, να ησυχάζουμε από αυτούς, κι αυτοί από εμάς, και να έχουμε κάνει και την καλή πράξη της ημέρας, ως γνήσια (νεοταξικά) προσκοπάκια. Η ίδια η δική τους συλλογιστική, με αυτοσυνέπεια προεκτεινόμενη, αυτό επιβάλλει.
Ένα τολμηρό στριπτήζ όμως θα δείξει ότι αυτό που τους ενδιαφέρει είναι αποκλειστικά και μόνο η οικονομική επιβάρυνση των (ολοένα και πιο ιδιωτικοποιημένων) ταμείων υγείας και προνοίας. Οι "ανθρωπιστικοί" λόγοι που επικαλούνται είναι στην ουσία τους στυγνά οικονομικοί. Ένας άνθρωπος με μεσογειακή αναιμία είναι φύρα για την οικονομία μας, άρα τον σκοτώνουμε. Έτσι, ωμά, απλά, ξεκάθαρα.
Δεν μας το λένε βεβαίως έτσι ακόμα, γιατί αυτό θίγει την φλούφλικη, μανταμίστικη αισθητική μας, προκαλεί φρίκη. (Για πόσο ακόμα; άλλωστε ο φόνος ενός εμβρίου δεν προξενεί πια καμμιά εντύπωση) Ξεκινούμε προς το παρόν με τις αμβλώσεις "για λόγους υγείας" και θα φτάσουμε κι εκεί σιγά-σιγά, η αρχή έχει γίνει. Η πόρτα ξεκλείδωσε με την αμφισβήτηση της ανθρώπινης ζωής ως αυταξίας. Πλέον το να ανοίξει διάπλατα είναι θέμα χρόνου. Για τους νεοταξίτες ο άνθρωπος δεν έχει αξία ως πρόσωπο και εικόνα Θεού, ως κάτι το ίδιο με εμάς, με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, αλλά εντελώς χρηστικά, ως καταναλωτική και παραγωγική μονάδα. Το μέλλον προδιαγράφεται εφιαλτικό.
Και δυστυχώς, μακάρι να ήταν μόνο αυτά τα κριτήρια αποδοχής ή απόρριψης της ανθρώπινης ζωής. Το τραγικότερο είναι πως η συλλογική συνείδηση έχει τόσο πολύ αμβλυνθεί, ώστε σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις τίθεται δίλημμα άμβλωσης για λόγους υγείας. Ο κανόνας είναι ότι σκοτώνουμε τα παιδιά μας απλά και μόνο επειδή δεν τα θέλουμε στη ζωή μας, επειδή τα θεωρούμε εμπόδια στην δική μας "ευτυχία", όπως αρεσκόμαστε να αποκαλούμε τον ευδαιμονιστικό μικρο-παράδεισο που έχει ο καθείς κατά νου.
Γιατί ευτυχία δεν είναι για εμάς το διακύβευμα της άνευ όρων αγάπης με όλους τους συνανθρώπους, αλλά ειδικότερα με τα παιδιά μας, το ανιδιοτελές ευωδιαστικό άδειασμα του εαυτού μας στους γύρω μας. Ευτυχία ονομάζουμε την υπερτροφία του ναρκισσισμού μας, την θεμελιωμένη επί πτωμάτων. Το πανταχόθεν λιβανιζόμενο ατομικό Εγώ. Κι επειδή ενδεχομένως ένα παιδί θα βλάψει την καριέρα μας, το ηδονιστικό βόλεμά μας, το κατινίστικο ίματζ μας, επειδή θα κατεβάσει από το βάθρο του τον κακομαθημένο ναρκισσισμό μας, θα μας καθίσει αμείλικτα μπροστά στον καθρέφτη των ευθυνών μας, γι’ αυτό και το καταδικάζουμε: Εις θάνατον! Με συνοπτικές διαδικασίες δίκης-παρωδίας. Και το εκτελούμε. Ψυχρά.
Αφού αυτοί που θεωρούμε εμείς ότι περισσεύουν, οι παρείσακτοι στη ζωή μας θανατώνονται εν ψυχρώ, ως μη δικαιούμενοι μια (αυτονόητη) θέση που αξιωματικά έχουν, τότε για τους άλλους, για τους γενετικά ατυχήσαντες, για τα εν δυνάμει βαρίδια του ούτως ή άλλως σακατεμένου ασφαλιστικού συστήματος, ποια μπορεί να είναι η απόφαση εκ μέρους της αξιοτίμου Επιτροπής Βιοηθικής της μη έχουσας ιερό και όσιο; Εις θάνατον!
Το ερώτημα όμως, πέρα από τις όποιες εισηγήσεις της όποιας επιτροπής της όποιας Πλησιοαφρικανικής "Δημοκρατίας" της Ψωροκώσταινας, τίθεται αμείλικτο, και θα τίθεται πάντα έτσι: Είναι ή δεν είναι η ανθρώπινη ζωή αδιαπραγμάτευτη; Ναι ή όχι;
ΥΓ: Θερμά συγχαρητήρια και τιμή παλικαρίσια αξίζει στον κ. Ρουπακιά, μέλος της επιτροπής, ο οποίος ρητά διαχώρισε την θέση του.
Για τις λεπτομέρειες: http://www.bioethics.grΗ καθ’ημάς εικόνα της Ανάστασης
Μέρες χρονιάρες που είναι παρατηρεί κανείς την έντονη ενασχόληση (όχι πάντα εύστοχη) των ηλεκτρονικών ΜΜΕ με το μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα. Εξαιρουμένων των σταθμών του Περισσού, που απλά το ψαύουν (βεβαίως-βεβαίως, μην προδίδουμε και τις αραχνιασμένες αρχές μας). Το κακό στην υπόθεση είναι ότι πλείστα όσα των προβαλλομένων είναι αμερικανοευρωπαϊκής προελέυσεως, άσχετα παντελώς με την δική μας οπτική του Πάθους και της Αναστάσεως. Εκπομπές που απηχούν την Δυτική Σωτηριολογική αντίληψη του Πάθους ως εξόφληση της προσβολής σε έναν Σαδιστή και Εμπαθή Πανάγαθο (κατά τα άλλα), αντίληψη πάνυ νηπιώδης, εννοούσα την σχέση Ανθρωπίνου και Θείου καθαρά ανταποδοτικά, ως εμπορική συναλλαγή ή δικανική διεκπεραίωση. Στον αντίποδα η καθ’ημάς Σωτηριολογική αντίληψη της Ανάστασης, ως αφθαρτοποίησης της προσληφθείσας ανθρώπινης φύσεως. Η αγάπη απέναντι στην ενοχή, η αγαπητική συγχώρεση απέναντι στην εμποροδικανική ανταπόδοση. Η λυτρωτική χαρμολύπη απέναντι στην Δαντική κατάθλιψη.
Πρόδηλα εμφανής η διαφορετική αυτή υπαρξιακή τοποθέτηση στη λειτουργική εικονογραφία. Ο εκ της Εσπερίας Κύριος βγαίνει θριαμβευτής, τσαμπουκαλίδικα από τον Τάφο, ισοπεδώνοντας και κανα δεκαριά στρατιώτες, έτσι, για το εφέ και το γινάτι. Ο άλλος Κύριος, Ανατολίτης, δεν ασχολείται πια εκδικητικά με τους δημίους Του. Έχει κατέβει στον Άδη, ανασκουμπώνεται και πιάνει δουλειά. Αρπάζει την ανθρώπινη φύση, την δική Του ανθρώπινη φύση, αλλά και όλων των άλλων ανθρώπων (στο πρόσωπο των πρωτοπλάστων) και την βγάζει από τον βούρκο όπου σάπιζε, την παίρνει μαζί Του, στην Αθανασία. Ο Ευρωπαίος Κύριος βγαίνει από το μνήμα θριαμβευτής ως Θεός, παραβιάζοντας θύρες ανοικτές, καθότι τι πιο αυτονόητο για έναν Θεό απ’το να μην πεθαίνει! Ο άλλος, ο Ανατολίτης, κατεβαίνει στον Άδη και ως Άνθρωπος, γιαυτό και συμπαρασύρει και όλο το γένος των ανθρώπων μαζί του, είναι Ένα με αυτούς, είναι δικός τους, γιαυτό και τους ανασύρει από την μακάβρια λήθη. Ο Ευρωπαίος είπε «τετέλεσθαι» και ξεπλήρωσε τον Σαδιστή Πανάγαθο Πατέρα και κάλεσε όλους να υποφέρουν σαν κι Αυτόν για να εξευμενίσουν την Πατρική Ψυχοπαθογένεια, και να τύχουν την ποθουμένης ατομικής ανταπόδοσης. Ο Ανατολίτης λέει «τετέλεσθαι» κι εννοεί «όλα αρχίζουν τώρα». Αρπάζει τα δισεκατομμύρια των προσληφθέντων ανθρώπων και τα καλεί να πουν «ναι» στην Αγάπη, αυτό μόνο το Μεγάλο Ναι. Όλοι μαζί! Κι ο κόσμος όλος να σωθεί ή να χαθεί μαζί τους.
Ο Ευρωπαίος έκανε το χρέος του, δεινοπάθησε, ξεπλήρωσε το άχθος, και περήφανος (αλλά και μόνος, μονότατος) ανεβαίνει ως Θεός, εφετζίδικα, με λάβαρα και δόξες εκεί όπου είναι η θέση Του, ψηλά, δίπλα στον –εξευμενισμένο πια- Πατέρα. Η γή δεν τον κρατάει. Ο Άλλος, αυτός ο άλλος ο Ανατολίτης, έχει ακόμα πολλή δουλειά μπροστά του. Τα Πάθη δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή. Θέλει κι Αυτός να ανέβει στον Πατέρα, αλλά όχι μόνος, ποτέ μόνος, αλλά με όλους όσους αγάπησε αυτός, ο Ανατολίτης μανικός Εραστής, με όσους είπαν το Μεγάλο «Ναι» στον Μεγάλο Έρωτα. Γιαυτό και κοιτάει ξωπίσω, κατεβαίνει στον Άδη, κι αρπάζει τους αγαπημένους. Μην μείνει κανείς στην σκοτεινή φυλακή. Και είναι ταπεινός στον θρίαμβό του, σκυφτός, καταδεχτικός, όπως και πάντα. Δεν κρατά λάβαρα, αλλά σταυρό, πάντα σταυρό, και απλώνει το χέρι ταπεινά, σχεδόν ζητιανικά, να αρπάξει τον Άνθρωπο, να ανέβουν μαζί στον Πατέρα.
Αυτήν την Ανάσταση όχι μόνο του Θεού αλλά και του Ανθρώπου γιορτάζουμε αυτές τις μέρες. Και γιαυτό η εικόνα μας η Ορθόδοξη είναι καμωμένη έτσι, εικόνα που βγήκε μέσα από την συλλογική μας συνείδηση ως Σώμα Χριστού αναστημένου, και που δεν φέρει την υπογραφή κανενός επωνύμου καλλιτέχνη, αλλά την πνευματική υπογραφή όλων μας. Η άλλη εικόνα, η Φραγκολατίνικη, υπογεγραμμένη στις διάφορες εκδοχές της από καλλιτέχνες-φίρμες, (υποκείμενη ως εκ τούτου στα βαρβαροειδώς νοούμενα πνευματικά δικαιώματα) ίσως να μην βγει ποτέ από τις εκκλησιές μας, όπου ρίζωσε. Μα θα βρίσκεται εκεί για να μας θυμίζει πάντα ότι η πνευματική υποταγή στην Παπική Δύση μπορεί κάλλιστα να γίνει και χωρίς να το πάρουμε ποτέ μυρουδιά.
Αγιογραφικοί προβληματισμοί τον 21αι
Με αφορμή το άρθρο του Καθηγητού κ. Δημητρίου Τριανταφυλλόπουλου στην «Μακεδονία» της προηγούμενης Κυριακής (25-3), παραθέτω τα δικά μου σχόλια, δηλωτικά μιας άλλης οπτικής επί του θέματος.
Όταν κανείς μιλάει για μια τέχνη παραδοσιακή, όπως η δική μας λατρευτική ζωγραφική, γνωστή και ως «αγιογραφία», αλλά και κάθε άλλη παραδοσιακή τέχνη, πρέπει πάντα να έχει υπ’ όψιν ότι πρόκειται για τέχνη κοινοτική και όχι ατομική. Το δημιουργό και αιτιώδες υποκείμενο της τέχνης δεν είναι ο ζωγράφος, ο ποιητής, ο τραγουδιστής, ο συνθέτης, ο ναοδόμος, ο αρχιτέκτονας, ο οργανοπαίκτης, ο χορευτής, αλλά ο λαός. Η τέχνη πηγάζει από τον λαό, και απευθύνεται αποκλειστικά σε αυτόν, προκειμένου να εκφράσει με τα εκάστοτε διαθέσιμα μέσα, κι όσο πιο «τεχνικά» μπορεί, τις αλήθειες του, κι εδώ ειδικότερα την εκκλησιαστική Αλήθεια.
Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά μας με την τέχνη, εν προκειμένω την εικαστική (δίχως βλάβη της γενικότητας) που αναπτύχθηκε στην Δύση, και μάλιστα από την αναγέννηση και ύστερα, ότι δηλαδή εκεί το υποκείμενο της δημιουργίας είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ως άτομο διακριτό από την κοινωνία που τον εξέθρεψε. Χαρακτηριστικά, οι ζωγράφοι της Δύσης πάντα υπογράφουν τα έργα τους, κάτι που οι Ρωμιοί το αποφεύγουν, κι όταν το κάνουν, πάντα αυτό γίνεται εν πλήρει ταπεινώσει, «διά χειρός τάδε, τάχα και ζωγράφου». Δεν είναι υποκριτικός ευσεβισμός, αλλά συνειδητή στάση ζωής.
Με τα ανωτέρω νοούμενα ως θεμελιώδη (ειδεμή η περαιτέρω ανάγνωση του παρόντος στερείται νοήματος) βλέπει κανείς υπό άλλο, εναλλακτικό πρίσμα, το άρθρο του Καθηγητού κυρίου Τριανταφυλλόπουλου, και σε κάποια σημεία οφείλει να παραθέσει μιαν άλλη οπτική:
Για παράδειγμα, το ότι δεν θεσπίστηκαν κανόνες επί Βυζαντίου (μήπως Ρώμης καλύτερα;) σχετικοί με την τεχνική της λατρευτικής ζωγραφικής δεν έχει να κάνει με την δυτικοτρόπως νοουμένη «πλήρη ελευθερία στον ζωγράφο», αλλά με το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρεία τέτοιων κανόνων, δεδομένου ότι κανένας από τους παλαιούς τεχνίτες δεν διανοήθηκε να εικονίσει κάτι διαφορετικό από τα κοινώς παραδεδεγμένα της εποχής και της κοινωνίας του. Το ύφος ήταν δεδομένο, η θεματολογία το ίδιο, άρα ο τεχνίτης «δάνειζε» την τέχνη του στην κοινότητα (δια χειρός...) προκειμένου αυτή να εκφραστεί εικαστικά, αναφορικά προς την αλήθεια της και ανάλογα με τα δικά της αισθητικά κριτήρια. Είναι χαρακτηριστικό και πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα, το ότι ενώ μετά την εικονομαχία είχαμε άριστους τεχνίτες της ζωγραφικής τέχνης, ωστόσο δεν βρίσκουμε σημαντικές τεχνοτροπικές αποκλίσεις στα έργα που μας άφησαν (πολλά από αυτά ανώνυμα). Γιατί άραγε;
Αυτό προφανώς δεν συνέβαινε από άγνοια ή ανικανότητα των τεχνιτών, αλλά από ταπείνωση. Ακόμα και οι διαφορετικές «σχολές», όρος αδόκιμος κι επίφοβος σήμερα για εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, απηχούσαν διαφορετικές «αποχρώσεις» στην αισθητική της κάθε εποχής. Θα πάρει καιρό για κάποιον φρεσκομυημένο στην λατρευτική ζωγραφική τέχνη να αντιληφθεί ότι η λεγόμενη «μακεδονική» και η λεγόμενη «κρητική» σχολή ποτέ δεν συνυπήρξαν, αλλά η μια προϋπήρξε της άλλης.
Κι ότε-αν αργότερα επιχειρήθηκε να επιβληθούν κάποιοι κανόνες, αυτό έγινε εξαιτίας δυτικότροπων επίδρασεων (μιλούμε πια για βενετο-τουρκοκρατία) και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασωθεί το παλιό εικονογραφικό ήθος. Όσο για τους όποιους κανόνες θέσπισε στην Δύση η «αντιμεταρρυθμιστική» Σύνοδος του Τριδέντου, αυτή ως μετασχισματική και επιπλέον τελούσα όχι εν ελευθερία, αλλά εν παπική τυρρανία, μας αφήνει παγερά αδιάφορους ως Εκκλησία.
Ερχόμενοι στον Κόντογλου, πρέπει πρώτα να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κατάγεται από την Ιωνία, και άρα γαλουχήθηκε με μιαν άλλη εκκλησιαστική νοοτροπία, εγγύτερη προς το κοινοτικό αίσθημα, και πάντως ξένη προς την Νεοελληνική εκκλησιαστική μετα-βαυαρική νοσηρότητα. Από την δική μου οπτική γωνία αδυνατώ να διακρίνω οιασδήποτε μορφής επιβολή καθεστώτος «νεοβυζαντινισμού» εκ μέρους του κυρ-Φώτη. Το αντίθετο, ο ίδιος πάλεψε σκληρά για να διαδώσει την παλαιά εκκλησιαστική αισθητική και να θωρακίσει -κυριολεκτώ-την εικαστική μας τέχνη από τις δυτικές νατουραλιστικές επιδράσεις, τις οποίες και αγωνίστηκε μια ζωή να απομυθοποιήσει.
Επίσης, αν και ορθά αναφέρεται ότι απορρίπτει (το «καταδικάζει» μάλλον υπερβολικό ηχεί) την μηχανική αντιγραφή των εικόνων, ωστόσο η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς από όσα μας άφησε είναι ότι πολύ περισσότερο αποστρέφεται μετά βδελυγμίας την άκριτη νεωτερικότητα και την προβολή του ατομικού «ταλέντου» του ζωγράφου, κατά παράβαση της παραδεδεγμένης αισθητικής του εκκλησιαστικού σώματος. Αυτό που ο κυρ-Φώτης πάντα έλεγε ήταν ότι ο τεχνίτης πρέπει να σπουδάζει την παράδοση με ταπείνωση και μαθητεία επί μακρόν, και με διάθεση αυτο-υποταγής στην λαϊκή παράδοση, και αφού την έχει χωνέψει καλά, τότε μόνο να τολμήσει να βάλει τον προσωπικό του χαρακτήρα στα έργα του. Τέλος, νομίζω ότι είναι παραπλανητικό να χρησιμοποιείται η καταδίκη της οκνηρίας από την Εκκλησία (παραβολή του κρυμμένου ταλάντου) ως αντεπιχείρημα, προκειμένου να εμφανιστεί ο σεβασμός των παραδεδομένων ως προϊόν ραθυμίας και όχι ως φιλότιμη αξιοποίηση του δοθέντος ταλάντου (η εμπειρία βέβαια δείχνει ότι ποτέ το τάλαντο ενός χαρισματούχου τεχνίτη δεν μένει θαμμένο). Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν αντέχει η εκκλησία είναι η ανάδειξη της ατομικής αρετής (εν προκειμένω της εικαστικής δεινότητας του καλλιτέχνη) έξω από την συλλογική εμπειρία της Αλήθειας από το εκκλησιαστικό σώμα (εν προκειμένω την εκάστοτε «λειτουργική αισθητική» του σώματος)
Δεν είναι ψέμα ότι σήμερα η εκκλησιαστική εικαστική τέχνη υποφέρει από κακής αισθητικής «πιστά» αντίγραφα παλαιοτέρων έργων, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την «οκνηρία» των τεχνιτών, όσο με την φτηνιάρικη εργολαβική νοοτροπία της βιομηχανικής μαζικής παραγωγής. Η νοοτροπία αυτή έχει ποτίσει γενικότερα την εκκλησιαστική μας τέχνη, δυστυχώς. Ας φέρουμε μόνο κατά νου τα σημερινά εκ παντογράφου ξυλόγλυπτα στασίδια, τα «επιχρυσωμένα» χυτά καντήλια, τους μπετόν-αρμέ ναούς, κλπ.
Με βάση τα παραπάνω νομίζω ότι κανείς πρέπει να σταθεί επιφυλακτικά απέναντι και στο συγκεκριμένο έργο του δρ. Κωνσταντίνου Βαφειάδη στην Αξιούπολη. Όχι γιατί στερείται καλλιτεχνικής αξίας, κάθε άλλο, αλλά γιατί οι καινοτομίες που επιχειρεί είναι αρκούντως τρανταχτές, ώστε να μην συνιστούν εξέλιξη, παρά ασυνέχεια στην εικαστική μας παράδοση. Ακραίες -για εμάς- εικαστικές λύσεις, όπως π.χ. η εισαγωγή της τρισδιάστατης προοπτικής, θα πρέπει να δοκιμαστούν επί μακρόν προτού επιχειρηθεί να εισαχθούν ως μνημειακή ζωγραφική, και πολύ περισσότερο ως λατρευτικά αντικείμενα στους ναούς. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο ζωγράφος να οργανώσει προσωπικές του εκθέσεις, όπου θα παρουσίαζε την δική του άποψη. Αυτό θα ήταν πιο ανώδυνο και για το φιλότεχνο κοινό, και για τον ίδιον, και σαφώς τιμιότερο και αποτελεσματικότερο. Εκεί κάθε κριτική θα κινούταν σαφώς σε άλλο επίπεδο...
Επιπλέον, αυτό που προβληματίζει εντονότατα είναι το είδος και η ποιότητα της κριτικής που ασκήθηκε στην εικονογράφηση της Αξιούπολης, τόσο από τους (τελούντες εν μεσονυκτίω) υπο-δημοσιογράφους των μίντια, όσο δυστυχώς και από «εκκλησιαστικούς κύκλους», κριτική που προδίδει ότι δεν κατέχουν το θέμα για το οποίο ομιλούν. Και (το χειρότερο) προδίδει ακόμα ότι και το εκκλησιαστικό σώμα έχει εν πολλοίς χάσει τα αισθητικά του κριτήρια. Άλλα είναι τα τρωτά του συγκεκριμένου έργου, κι άλλα μας κακοφαίνονται. Δυστυχώς, σε ό,τι αφορά την λειτουργική εικονογραφία τουλάχιστο, είμαστε εικαστικά αναλφάβητοι, δεν μπορούμε να «διαβάσουμε» σωστά μια εικόνα. Στέκουμε ως εκκλησία αμήχανοι απέναντι στα παραδοθέντα αφ’ ενός, κι αφετέρου στις όποιες προτεινόμενες «καινοτομίες». Είμαστε μάλλον κακοί μαθητές του κυρ-Φώτη, ανίκανοι να διαμορφώσουμε με στέρεα συνείδηση μια εικοστοαιωνική εκκλησιαστική εικαστική πραγματικότητα, σύγχρονη μεν, αλλά και οργανική συνέχεια της παλαιάς παράδοσης.
Κι όταν αποκοπείς οργανικά από την συνέχεια της παράδοσης, τότε μοιραία (κι εδώ θα συμφωνήσω με τον κύριο Καθηγητή) θα σταθείς σαστισμένη, ώ κοινωνία, απορώντας εκστατικά εμπρός σε κάθε αμφιβόλου ποιότητος «καινοτομία». Και στην προσπάθειά σου να μην χάσεις εντελώς τον μπούσουλα, θα μυρηκάζεις τις παλιές εικαστικές φόρμες με τις νέες σου μασέλες, αντιγράφοντας πινελιά προς πινελιά τις εικόνες των παλιών μαϊστόρων, πλην αδυνατώντας να διατηρήσεις ζωντανό το πνεύμα τους. Είναι η μόνη σου επιλογή, αν ποτέ μπορεί αυτό να θεωρηθεί επιλογή. Μέχρι πότε; Κύριος οίδε.
Εν Φλωρίνη,
Γιώργης Χατζής, Καθηγητής Μ.Ε, τάχα και ζωγράφος.
Σκέψεις σε μια αμμουδιά, Ιούλιος 2005.
…και που λες, μεγάλε, είμαι αραχτός κάτω από την ομπρέλα στην παραλία, γυαλί μαύρο, ο φραπές στο χέρι, και επιβλέπω μακρόθεν το παιχνίδι των πιτσιρικιών στην αμμουδιά. Λιγνά τσιλιβιθρίνια, μαυρισμένα από τον ήλιο, σχεδόν γυμνά, βρήκαν αμμούδα λασπερή από την χθεσινή νεροποντή, απάτητη, παρθένα, και διασκεδάζουν με τα ίχνη που αφήνουν τα ποδαράκια τους στην γλιτσερή, σχεδόν πηλώδη επιφάνεια. Σηκώνομαι, σιμώνω, βλέπω καλύτερα τα σημάδια από τις παιδικές πατούσες. Άλλα μικρότερα, άλλα πιο μεγάλα.
Αυθόρμητα ανασύρονται στο μυαλό σκέψεις από ένα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης. Οι παραλληλισμοί δεν είναι και τόσο προφανείς, ωστόσο η απογευματινή ηλιοκαμένη ρέμβη άφησε άφθονο χώρο στο μυαλό για διανοητικές ακροβασίες. Συγκεκριμένα, θυμήθηκα πως κάπου στην Αφρική είχανε λέει βρει πατημασιές που μοιάζανε ανθρώπινες σε πέτρωμα που είχε σχηματιστεί από ηφαιστειακή στάχτη, και πασχίζανε οι ειδικοί να αποφασίσουν τι είδους πλάσμα ήταν αυτό που τις άφησε, άνθρωπος ή κάτι άλλο, με τι τρόπο περπάταγε, και υπό ποιες συνθήκες σχηματίστηκαν και πέτρωσαν εκεί τα ίχνη αυτά. Μάχονταν να δημιουργήσουν γνώση για τη ζωή αυτού του είδους, εκμεταλλευόμενοι και την παραμικρή πληροφορία που μπορούσε να δώσει και το τελευταίο χιλιοστό μιας τέτοιας αρχαίας πατημασιάς. Μάλιστα υπήρχε και καλλιτεχνική αναπαράσταση, με δυο τρεις ανθρωπόμορφες φιγούρες, λιγνές, μαύρες, σχεδόν όπως τα παιδάκια που έβλεπα δα μπροστά μου, να περπατούν πάνω στην ζεστή, μαλακή στάχτη.
Το μυαλό μου έτρεξε όχι πια πίσω, αλλά προς το μέλλον, εκατομμύρια χρόνια μπροστά, σε ένα ενδεχόμενο που δεν είναι διόλου πιθανό, διόλου προσδοκώμενο, είναι όμως και πάλι ένα ενδεχόμενο. Φαντάστηκα κάποια άλλα νοήμονα όντα, θες μετα-άνθρωποι, θες κάτι άλλο, να ανακαλύπτουν στο υπέδαφος κάποιας ακόμα ανύπαρκτης για εμάς ηπείρου, πετρωμένα, τα ίχνη που τώρα αφήνουν αυτά τα παιδάκια. Κι αυτό να γίνεται σε μια εποχή που κι ο τελευταίος άνθρωπος θα έχει εκλείψει, σε μια εποχή όπου, μετά και από βιβλικές γεωλογικές ανακατατάξεις, τίποτα δεν θα προδίδει την ύπαρξη του σημερινού υπερθαυμασίου πολιτισμού, που πια όλα θα έχουν σβηστεί από προσώπου γης, και μόνο κάποια θαμμένα στα πετρώματα απομεινάρια θα προβληματίζουν τους επιστήμονες του μέλλοντος εκείνου καιρού.
Τι θα υποθέτουν αυτά τα νοήμονα όντα για εμάς; Τι άποψη θα σχηματίζουν για το είδος μας, και πόσο ολοκληρωμένη; Πόσο περίεργες θα τους φαντάζουν οι πατημασιές των παιδιών στην λάσπη, και ποιες διανοητικές τους δυνάμεις θα επιστρατέψουν για να εικάσουν κάποιες ιδέες για εμάς, πώς μοιάζαμε, ποια ήταν η ανατομία μας, οι συνήθειές μας, οι ικανότητές μας; Πώς θα ονομάσουν την εποχή μας, και τι απίστευτες θεωρίες θα σκαρφιστούν για να εξηγήσουν περίεργα για αυτούς φαινόμενα της γεωλογικής «μας» περιόδου, όπως οι μαζικές εξαφανίσεις ειδών, η απότομη μεταβολή των οικοσυστημάτων, η έντονη αύξηση της ραδιενέργειας, η απίστευτη και ραγδαία διακύμανση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, και η εξ αυτής μεταβολή της θερμοκρασίας του πλανήτη; Με πόση απορία θα αντικρίζουν μυστηριώδεις για αυτούς γεωλογικούς σχηματισμούς με κανονικά σχήματα, ό,τι δηλαδή θα έχει απομείνει από τις τσιμεντοκατασκευές μας; Πόσο προσεκτική, διεισδυτική και διερευνητική θα είναι η θεώρηση της εποχής μας από αυτόν τον υποτιθέμενο νοήμονα πολιτισμό, ή πόσο θα διέπεται και εν τέλει θα καθορίζεται από φιλοσοφικά στερεότυπα και θρησκευτικά κατεστημένα, επιστημονικοφανή υποδείγματα σκέψης, πάσης φύσεως φαλκιδευτικές σκοπιμότητες ή άλλες μεταφυσικές τους αυτοκατοχυρώσεις και προκαταλήψεις;
Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν υπερ-θεωρητικά, άνευ σκοπού και αντικειμένου, και οπωσδήποτε παντελώς ακατάλληλα για να μας προβληματίζουν συνοδεία φραπέ σε μια ηλιόλουστη, σμαραγδένια και κατά σύμπτωση ασήματη (δίχως σήμα στο κινητό – εφιάλτης σκέτος) παραλία, όμως είναι στιγμές που η χαλάρωση και η φυγή από τα «εγκόσμια» γεννάει σκέψεις, που αλλιώς θα μένανε απλά υπό εκκόλαψη στην άβυσσο του υποσυνειδήτου. Τέτοιοι προβληματισμοί μπορεί πρακτικά να μην έχουν και καμιά σπουδαία σημασία, αλλά βοηθούν στο να τοποθετηθούμε εμείς πιο αντικειμενικά και υπεύθυνα στην εποχή μας, αλλά και να τακτοποιήσουμε με τον νού μας αυτήν την εποχή στις πραγματικές τις διαστάσεις μέσα στην πεπερασμένη απεραντοσύνη του Σύμπαντος.
Η ανάλγητη κρατική υποκρισία και η αθεράπευτη λαϊκή αφασία
Κάπου στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο γίνεται λόγος για έναν βασιλιά που «παίρνει αυτό που δεν έδωσε, θερίζει αυτό που δεν έσπειρε, και μαζεύει από εκεί που δεν λίχνισε», πιθανότατα χρησιμοποιώντας κάποια από τις λαϊκόσοφες εκφράσεις της εποχής, για να περιγράψει την σκληρότητα και την αδικία.
Αν εμείς πιστεύουμε σήμερα ότι παρόμοιες συμπεριφορές από πλευράς κρατικής εξουσίας έχουν πια εκλείψει, νομίζω ότι απλά ξεγελούμε τους εαυτούς μας. Για άλλη μια φορά (νάτανε, μακάρι και η μόνη) το κράτος της ψωροκώσταινας όχι μόνο αμελεί επιμελώς να προσφέρει τα αυτονόητα στους πολίτες του (βλέπε δωρεάν παιδεία, δωρεάν υγεία – τι είναι αυτό; δικαίωμα στην εργασία, ασφαλείς μεταφορές, κλπ, κλπ), θέτοντας εν αμφιβόλω τον ίδιον τον σκοπό της ύπαρξής του, αλλά τους ζητάει και τα ρέστα, καλώντας τους να μπαλώσουν με ίδιους κόπους και έξοδα τα ανεπίτρεπτα κενά που αυτό αφήνει.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, πρόσφατα θεσμοθετήθηκε η πιστοποιημένη γνώση πληροφορικής ως απαραίτητο προσόν για οποιονδήποτε διορισμό στο Δημόσιο (πόθος ζωής για σχεδόν κάθε νεοέλληνα). Μέχρις εδώ όλα έχουν καλώς, μέχρι που να τολμήσουμε να σπάσουμε λίγο το τσόφλι του αυτονόητου και να έρθουμε αντιμέτωποι με την αλγεινή ουσία του θέματος. Και αυτή είναι ότι ουδέποτε μπήκε αυτό το κράτος στον κόπο να παρέξει στους πολίτες του, ως όφειλε βάσει των συνταγματικών επιταγών περί παιδείας, τις γνώσεις και τις δεξιότητες που εκ των υστέρων σπεύδει να απαιτήσει από αυτούς. Με άλλα λόγια, ενώ ουδέποτε το κράτος μερίμνησε ώστε η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών να διδαχθεί στα δημόσια σχολεία ως γνώση ή δεξιότητα (πλην, υποτυπωδώς τα τελευταία χρόνια) το ίδιο αυτό κράτος έρχεται να την απαιτήσει ως απαραίτητο επαγγελματικό προσόν για μια θέση στον ήλιο. Όμως και όταν εδέησε πρόσφατα να εισάγει την πληροφορική ως γνωστικό αντικείμενο στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ακόμα και τότε δεν θεωρεί επαρκή την γνώση που εκεί αποκτάται, (αφού ζητάει επιπλέον πιστοποίηση) απαξιώνοντας σαφώς την προσφερόμενη στα δικά του σχολεία γνώση, και έμμεσα αναιρώντας τον ίδιο του τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Εδώ και δεκαετίες εξωθεί τις οικογένειες σε δυσβάσταχτα έξοδα, προκειμένου να αποκτήσουν τα παιδιά τους τις απαραίτητες γνώσεις των ξένων γλωσσών, ενώ το ίδιο σφυράει αδιάφορα (και ένοχα) σε κάθε απαίτηση για αναβάθμιση των ανάλογων μαθημάτων στα σχολεία. Φυσικά, και πάλι τα πτυχία που πιστοποιούν καλή γνώση ή επάρκεια σε ξένες γλώσσες τίθενται ως προαπαίτηση για κάθε σχεδόν θέση εργασίας. Φως στη άκρη της σήραγγας διαφαίνεται με την θεσμοθέτηση του κρατικού πιστοποιητικού γλωσσομάθειας. Ίδωμεν.
Το χειρότερο σε όλη αυτήν την ιστορία είναι ο εθισμός της κοινωνίας σε μια νοσηρή κατάσταση, και η αποδοχή της ως φυσιολογικής. Δεν διανοείται ο νεοέλληνας ότι μπορεί να έχει παιδεία δίχως να βάλει βαθειά το χέρι στην τσέπη, ούτε υγειονομική περίθαλψη, ειδικά σε δύσκολες περιπτώσεις, δίχως καταστραφεί οικονομικά και να εκποιήσει μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Η απονεύρωση και η αφασία στη οποία έχει περιπέσει η κοινωνία μας την οδήγησαν (προς τέρψιν και αγαλλίασιν τινών εκ των ιθυνόντων) σε μια άνευ όρων αυτοπαραίτηση από τα θεμελιώδη και αυτονόητα δίκαιά της.
Το σκηνικό της κερδεμπορίας που στήνεται γύρω από αυτήν την στρεβλή κατάσταση είναι ασύλληπτων διαστάσεων. Οι αντιδράσεις προς το παρόν ανύπαρκτες. Δεν έχουμε μάθουμε ως πολίτες να απαιτούμε από την πολιτεία τα αυτονόητα, αυτά που εξυπακούεται ότι πρέπει να μας παρέχει. Κλείνουμε τους δρόμους, διαδηλώνουμε, κραυγάζουμε, απεργούμε για άλλα και για άλλα, λιγότερο ή περισσότερο «συντεχνιακά», πλην δεν μας συγκινεί καθόλου η ιδιωτική ασέλγεια επί δημοσίων αγαθών. Έχοντας παραιτηθεί από τον δημόσιο βίο, ιδιωτεύουμε επικίνδυνα, ζώντας ο καθένας στον δικό του μικρό-κοσμο, προτάσσοντας το δικό του μικρο-συμφέρον. Αυτή όμως η στάση προοιωνίζει μέλλον ζοφερό όχι τόσο για εμάς, αλλά για τα παιδιά μας. Η αλλαγή στάσης και πορείας προβάλλει ως ανάγκη ασφυκτική, τουλάχιστο για όσους τολμούν και σκαλίζουν πέρα από τα φαινόμενα, και τα προβαλλόμενα ως αυτονόητα. Στο σύνολο σχεδόν των χωρών της ΕΕ, χωρών με πολύ πιο καπιταλιστικές οικονομίες από την δική μας, οι έννοιες των δημοσίων αγαθών και των κοινωνικών παροχών είναι αδιανόητο να αμφισβητηθούν. Εμείς εξακολουθούμε δυστυχώς να αποτελούμε την «μοναδική κεντροαφρικανική χώρα της ΕΕ», ολισθαίνοντας συνεχώς σε μια τριτο-τεταρτοκοσμική αυτοσυνείδηση.
Και όπως το έλεγε και κάποιος υπερήλικας θείος: «ο έχων ώτα για να ακούει, ακουέτω».
Ειρωνεία στην άσφαλτο
Περί τις 10ης βραδινής έρχομαι προς Φλώρινα από Θεσσαλονίκη με το ΙΧ μου, μάλλον αργοπορημένος και βιαστικός για να προλάβω τον δείπνο με την σύζυγο. Αμέσως μετά την νεοανεωχθείσα παράκαμψη Κλειδίου, και αφού η έλλειψη προσοχής για έγκαιρη μείωση ταχύτητας δοκιμάζει τις αντοχές των ελαστικών μου πάνω στην ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, ένας κατακόκκινος φωτεινός σηματοδότης με καθηλώνει προσωρινά μπροστά από την ερημική διασταύρωση της Βεύης.
Η ώρα περασμένη, η διασταύρωση έρημη. Μάλλον είμαι το μοναδικό όχημα σε ακτίνα 1-2 χιλιομέτρων. Σε πείσμα όμως της δικής μου βιασύνης ο φωτεινός σηματοδότης, ειρωνικά κατακόκκινος για μένα, εξακολουθεί προκλητικά και επιτρέπει την διέλευση στο άδειο διασταυρούμενο με εμένα ρεύμα. «τα δευτερόλεπτα (κυλούν) βαριά στους λεπτοδείκτες» όπως θα έλεγε και η αείμνηστη Σωτηρία Μπέλλου. Η υπομονή μου στωικά ανεξάντλητη, αξιοποιείται στο έπακρο τις μονότονες τούτες στιγμές.
Η μνήμη μοιραία ανατρέχει μια δεκαετία πίσω, όταν φοιτητής στις Βρετανικές Νήσους είχα προσέξει ότι ποτέ δεν είχα συναντήσει «φανάρια» σε επαρχιακές διασταυρώσεις. Αντί τούτου εκεί προτιμούνται τα «ράουντ-αμπάουτ», κάτι δηλαδή σαν τον δικό μας πολυθρύλητο «κύκλο» στην είσοδο της πόλης μας. Με γενναία δόση αυτοσαρκασμού οικτίρω τους ανόητους Βρετανούς που εμμένουν σε απηρχαιωμένες και άκρως αναποτελεσματικές κυκλοφοριακές μεθόδους και δεν υιοθετούν, όπως εμείς οι έξυπνοι, κάποιες χάι-τεκ λύσεις, σαν κι αυτήν που κατακόκκινη μου έχει σπάσει τα νεύρα.
Κατακόκκινη μεν, πλην όμως όχι για πάντα, και να που το πολυπόθητο πράσινο ανάβει πανηγυρικά μπροστά μου. Προχωρώ με την προσοχή τεταμένη, καθώς δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο όποιος φίλος οδηγός έχει τώρα κόκκινο θα έχει και την ίδια υπομονή μαζί μου. Καθώς επιταχύνω προς Φλώρινα αναρωτιέμαι (και παρακαλώ όποιος γνωρίζει ας με βοηθήσει) ποιος φορέας αποφάσισε την τοποθέτηση των φωτεινών σηματοδοτών στην διασταύρωση αυτή, ποιους συγκοινωνιολόγους συμβουλεύθηκε, ποιες νόρμες ακολούθησε, και κυρίως, ποια μελέτη κυκλοφοριακού φόρτου της διασταύρωσης προηγήθηκε, και επέβαλε αυτήν την απόφαση. Και αναρωτιέμαι ακόμα μήπως η έλλειψη σεβασμού στον ΚΟΚ που πατριωτικά επιδεικνύουμε εμείς οι Νεοέλληνες επιβάλλεται εν πολλοίς και άνωθεν, από οδικές σημάνσεις και λοιπές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως φαντάζουν παράλογες?
Τις βλάσφημες αυτές σκέψεις μου έρχεται να επισφραγίσει το λαϊκόν άσμα, «Θέλω να αγιάσω, μα δεν μπορώ» που ακούγεται στο ολοκαίνουργιο ραδιοσιντί μου (με ΜΡ3 παρακαλώ), μεταδιδόμενο με κάτι λίγα παράσιτα από κάποιον τοπικό ραδιοσταθμό…
Μικρασιατική καταστροφή,
82 χρόνια μετά,
σκέψεις και διαπιστώσεις.
Ομιλία στις 19-Σεπτ-2004
Ομιλητής: Γεώργιος Χατζής
Πώς μπορούνε τα λόγια, ήχοι ανήμποροι, να περιγράψουν ένα τέτοιο γεγονός σαν αυτό που θρηνούμε σήμερα; πώς μπορούν οι λέξεις να μπούνε στο πετσί της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, του θανάτου, της καταστροφής; Ποιες λέξεις θα ιστορήσουνε τον θρήνο για όσους αγαπημένους έχουν χαθεί τόσο τραγικά; για τα παιδιά που σφάχτηκαν στον κόρφο της μάνας, για τις θυγατέρες που ατιμάστηκαν, για τους συζύγους, τους αδελφούς και τους πατεράδες που έσβησαν στα στρατόπεδα εργασίας; Πώς να μιλήσει κανείς για τον πικρό νοσταλγικό πόθο εκατομμυρίων ανθρώπων για τις χαμένες πια πατρίδες τους; Αυτήν την ώρα είναι πασιφανής η αδυναμία του λόγου να ορίσει την ουσία των γεγονότων και των συναισθημάτων. Όμως ακόμα κι έτσι, πρέπει να μιλήσουμε για όλα αυτά που αν και συνέβησαν κάμποσες δεκαετίες πριν, ωστόσο ο απόηχος και οι συνέπειές τους εξακολουθούν και σήμερα να στοιχειώνουν την ζωή μας.
Νομίζω ότι είναι πρέπον να αρχίσω αυτόν τον θρηνητικό πανηγυρικό, με τα λόγια του Φωτίου Κόντογλου από τις Κυδωνιές, πνευματικού πατέρα της σύγχρονης Ελλάδας, του ανθρώπου που ύμνησε την Ανατολή όσο κανείς, που μπόλιασε την νεοελληνική σκέψη και κουλτούρα με την πνευματική ευωδία των ιωνικών παραλίων.
«…Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατολή, αλλά η ρόδα της Τύχης, που γυρίζει ολοένα, ξερίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ’ έριξε στην ξενιτειά, σ’ ανθρώπους που μιλούσανε την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που έχουνε άλλα συνήθεια. Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κ’ εγώ σε τούτα τα χώματα…»
Ξενιτειά λοιπόν η Ελλάδα μας για τον Κόντογλου, αλλά και για εκατοντάδες χιλιάδων άλλων συμπατριωτών του που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα άγια χώματά τους. Ξενιτειά πιο αφόρητη από όλες τις ξενιτειές του κόσμου, γιατί το χειρότερο είναι να είσαι ξένος ανάμεσα σε ομοεθνείς, σε ανθρώπους που κανονικά περίμενες να σε θεωρούν αδελφό τους. Και αυτοί όχι μόνο δεν το κάνουν, όχι μόνο δεν συμπάσχουν στοιχειωδώς μαζί σου, όπως θα έπρεπε να συμπάσχουν με κάθε άνθρωπο που βρίσκεται σε εμπερίστατη κατάσταση, αλλά αντίθετα σε θεωρούν παρείσακτο, απόβλητο, ξένο σώμα στην «δική τους» κοινωνία. Θέλουν να σε ξεφορτωθούν, να σε στείλουν παραπέρα, ή αν σε δεχθούν κοντά τους, είναι για να σε εκμεταλλευτούν. Είναι μήπως τυχαίο που και ένας άλλος μεγάλος νεοέλληνας λογοτέχνης, ο Νίκος Καζαντζάκης την ίδια περίοδο μπαίνει στο μεδούλι του προσφυγικού δράματος, γράφοντας το βιβλίο-κατηγορητήριο «ο Χριστός ξανασταυρώνεται»?
Ας μην σπεύσει να με κακίσει κανείς, θεωρώντας υπερβολικά τα παραπάνω. Είναι η πικρή αλήθεια, και αν ακόμη αχνοφαίνεται κάποια υπερβολή, είναι γιατί κανονικά είναι ντροπή και όνειδος για όλη την πατρίδα μας, ακόμα και το ένα μεμονωμένο κρούσμα αδελφοφοβίας. (Γιατί, ας λέμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα, για αδελφοφοβία πρόκειται, που είναι δέκα φορές χειρότερη από την ξενοφοβία, για την οποία τόσο πολύ κοπτόμαστε σήμερα.) Και δυστυχώς τέτοια κρούσματα υπήρξαν κάμποσα. Πολλές φορές τα χρόνια εκείνα ο Χριστός μας ξανασταυρώθηκε στο πρόσωπο των αδελφών του των ελαχίστων, των Ιώνων προσφύγων. Χαρακτηριστική είναι η στάση του ίδιου το Ελληνικού Κράτους, (στο οποίο έλειπε μια ολοκληρωμένη και νήφουσα εθνική συνείδηση), απέναντι στους πρόσφυγες, που μέχρι και τις μέρες της σφαγής τους, τους θεωρούσε αλλοδαπούς, απαγορεύοντάς τους το πέρασμα στην ασφάλεια των νησιών. Μπορεί κανείς να αναφερθεί και σε άλλα παρόμοια, αλλά τέτοια στιγμή αυτό δεν θα ήταν νομίζω σκόπιμο.
Σκόπιμο θα είναι την στιγμή αυτή, 8 δεκαετίες μετά, εμείς η τρίτη γενιά, να αποστασιοποιηθούμε συναισθηματικά, όσο αυτό είναι ανθρωπίνως μπορετό, από τα γεγονότα, και από τις διηγήσεις με τις οποίες από μωρά παιδιά μεγαλώσαμε, διηγήσεις όσων γλίτωσαν από την Κεμαλική κόλαση που κάνανε και τις πέτρες να κλαίνε. Να πάρουμε αποστάσεις, όχι για να ξεχάσουμε, αλλά ίσα ίσα για να μπορέσουμε με σύνεση και νηφαλιότητα να δούμε την εποχή εκείνη, τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, και να αντλήσουμε διδάγματα για το σήμερα. Αυτό είναι ίσως ό,τι σημαντικότερο έχουμε να κάνουμε τιμώντας την μνήμη όσων χάθηκαν, μετά από τις προσευχές μας για την ανάπαυσή τους.
Βέβαια, η συναισθηματική αποστασιοποίηση από όσα διαδραματίστηκαν τις μαύρες εκείνες ημέρες είναι ανθρωπίνως δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Σταματάει ο νους κάθε εχέφρονος ανθρώπου αν αναλογιστεί τις κτηνωδίες που διαπράχθηκαν σε βάρος των ρωμιών της Μικράς Ασίας. Απορεί πως είναι δυνατό κάποιοι άνθρωποι (ή μάλλον ας μιλήσουμε για ανθρωπόμορφα κτήνη) να συνέλαβαν με το νοσηρό μυαλό τους και να εξετέλεσαν τέτοιας βαρβαρότητας πράξεις, που αποτελούν μελανιά, ντροπή και όνειδος για όλην την ανθρωπότητα και την ιστορία της. Οι διηγήσεις όσων επέζησαν από την Κεμαλική κόλαση δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο. Δεν υπάρχει ανοσιούργημα που να μην διαπράχθηκε με θύματα τους δύστυχους ρωμιούς. Ακόμα και σήμερα 82 χρόνια μετά ραγίζει η καρδιά όποιου τις διαβάζει, κι ας είναι και από πέτρα. Ο χρόνος στην περίπτωση αυτή αποδεικνύεται ανεπαρκής γιατρός, σε τέτοιες πληγές που δύσκολα κλείνουν.
Άνθρωποι κατασφαγιάσθηκαν κτηνωδώς, (και νήπια ακόμη, τόσα που ο Ηρώδης πια φαντάζει μικροκακοποιός), γυναίκες ατιμάσθηκαν μπροστά στους οικείους τους, οικογένειες ξεκληρίστηκαν, αξιοπρέπειες τσαλακώθηκαν, ιερά βεβηλώθηκαν, περιουσίες αρπάχθηκαν, περιοχές ολόκληρες ερήμωσαν.
Δεν έχει ίσως νόημα να επεκταθούμε σε άλλες λεπτομέρειες. Τα έχουμε όλοι ακούσει αυτά, και περισσότερα ίσως, από τους παππούδες μας. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τα δούμε όσο γίνεται ψυχρά και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Διαπίστωση πρώτη.
Το 1922 είναι η χειρότερη χρονιά για τον Ελληνισμό, σε όλη την ιστορική του διαδρομή, δηλαδή περίπου τις τρεις τελευταίες χιλιετίες. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μένει απορημένος για το πώς άρκεσε μόνο μια χρονιά για να χαθεί ό,τι κατακτήθηκε στην Ομηρική εποχή 3000 και βάλε χρόνια πριν, ό,τι οικοδομήθηκε στα κλασσικά χρόνια, ό,τι καταξιώθηκε στα ελληνιστικά, ό,τι αγιάστηκε κατά τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας, και ό,τι πεισματικά με νύχια και με δόντια κρατήθηκε μετέπειτα από τον Διγενή και τους άλλους ακρίτες.
Διαπίστωση δεύτερη
Η μικρασιατική καταστροφή δεν μπορεί να θεωρείται γεγονός μεμονωμένο. Είναι μέρος, ίσως το τραγικότερο, μιας γενικότερης ιστορικής περιόδου κατά τον 20ο αιώνα της εκ βάθρων αποξήλωσης του Ελληνισμού από τα μέρη της ανατολής, από έναν χώρο δηλαδή όπου αναδείχθηκε και μεγαλούργησε. Δεν πρέπει να την δούμε ξεκομμένα από την κτηνώδη γενοκτονία των ποντίων που προηγήθηκε, και αργότερα από τον βίαιο αφελληνισμό της Κωνσταντινούπολης κατά τις δεκαετίες του ’50 και ‘60, από τους μεθοδευμένους διωγμούς στην Ίμβρο και την Τένεδο, και για να έρθουμε και στις μέρες μας, από τον προσεκτικά μεθοδευμένο εκτουρκισμό της μαρτυρικής μεγαλονήσου, της Κύπρου. Λίγο έλειψε αυτός ο εκτουρκισμός να εδραιωθεί ανεπανόρθωτα μόλις πέρυσι, με την νομιμοποίηση των εισβολέων που επιχειρήθηκε.
Διαπίστωση τρίτη.
Η κεμαλική ιδεολογία σε όλες αυτές τις περιπτώσεις φάνηκε σε όλο της το μεγαλείο. Στο νεοτουρκικό κράτος, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις περί ισότητας, κλπ, ουσιαστικά είχε αρθεί πια η Οθωμανική ανοχή στις διάφορες εθνότητες. Ο καθένας όφειλε, ή να είναι τούρκος, ή να πεθάνει. Νοσηρή ιδεολογία που πληρώθηκε με αίμα εκατομμυρίων Αρμενίων και Ελλήνων, που ιστορικώς τεκμηριωμένα έδωσε ιδεολογική τροφή στην σύλληψη της «τελικής λύσης των Ναζί για το εβραϊκό ζήτημα» και που στις μέρες μας ακόμα αποτελεί σημαία του τουρκικού κράτους. Όταν λοιπόν κομπάζουμε για την «προσέγγιση» και την «φιλία» που επιτύχαμε, να έχουμε πάντα κατά νου ότι μιλάμε για έναν λαό που αν και οι τόσοι αιώνες συνύπαρξης μας έχουν δέσει σε μια κοινή ιστορική πορεία, ωστόσο είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στην ακραία εθνικιστική δημαγωγία των αρχόντων του, που τάχιστα μπορεί να τον μεταμορφώσει σε αιμοχαρή όχλο. Λοιπόν η πολυθρύλητη ελληνοτουρκική φιλία μπορεί να είναι παραπάνω από επιθυμητή, αλλά η επανάπαυσή μας σε αυτήν συνιστά ασυγχώρητη αφέλεια.
Διαπίστωση τέταρτη
Η μικρασιατική εκστρατεία, και η καταστροφή που την ακολούθησε δεν ήταν απλά και μόνο μια ελληνοτουρκική υπόθεση, αλλά εντάχθηκε στον γενικότερο γεωπολιτικό σχεδιασμό της εποχής, από τους κρατούντες στην τότε παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Η πατρίδα μας άδραξε την μοναδική ευκαιρία που της δίνονταν για να επεκταθεί στον τόσο ζωτικό για αυτήν χώρο της Μικράς Ασίας, χώρο που αν και υπό τουρκική κυριαρχία δεν έπαψε να αποτελεί το πνευματικό επίκεντρο του λαού μας.
Έπαιξε όμως δίχως σύνεση στον διεθνή στίβο και έχασε. Η πολιτική που άσκησε στην κρίσιμη τριετία από την απόβαση στην Σμύρνη υπήρξε επιεικώς ανεδαφική, και οι επιλογές των κυβερνήσεων ασυγχώρητα κοντόφθαλμες.
Δεν μπόρεσε η ελληνική εξωτερική πολιτική να σταθμίσει την πραγματική θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές γίγνεσθαι, και αυτό το πληρώσαμε ακριβά. Η παραγνώριση των διαπλεκόμενων διεθνών συμφερόντων στην περιοχή και η έλλειψη μιας μακρόπνοης, ευέλικτης και ευφυούς διπλωματίας που θα εξασφάλιζε τα δικά μας συμφέροντα αποφεύγοντας τις άσκοπες διεθνείς προστριβές αποδείχθηκαν μοιραίες παραλείψεις.
Είναι βέβαια γνωστός ο ρόλος και η ατιμία των μεγάλων δυνάμεων στην υπόθεση της Μικράς Ασίας. Η ιστορική μνήμη δεν θα συγχωρήσει ποτέ αυτούς που παρακολουθούσαν απαθείς την σφαγή στην παραλία της Σμύρνης, δίχως να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια στα δύστυχα θύματα, και πολύ περισσότερο αυτούς που πετούσαν πίσω στην θάλασσα όσους κατέφευγαν εκεί ικέτες για να σωθούν. Φυσικά, οι ξένες δυνάμεις παίξανε απλά το βρώμικο παιχνίδι τους, όπως γίνεται πάντα. Μόνοι μας όμως εμείς βγάλαμε τα μάτια μας.
Διαπίστωση πέμπτη
Καταστροφική αποδείχθηκε η νοοτροπία που καλλιεργήθηκε στην κοινή γνώμη για παύση του πολέμου, για να γυρίσουν οι φαντάροι μας πίσω, και τα λοιπά γνωστά. Δεν λείπανε οι κουβέντες όπως «τι θέλει ο στρατός μας στη τουρκία» Πουθενά ο εθνικός ενθουσιασμός για την ελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Πουθενά η παλλαϊκή συστράτευση για τον κοινό σκοπό της επέκτασης της πατρίδας στην Μικρά Ασία. Οι ευθύνες της τότε παλιάς Ελλάδας σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι τεράστιες.
Η διχόνοια που επικρατούσε και το χάος στο οποίο είχε περιπέσει η Ελληνική πολιτική ζωή ήταν αυτά που τελικά κατά πολλούς δώσανε την νίκη στον Μουσταφά Ριζά, γνωστό κατά κόσμο ως Κεμάλ Ατατούρκ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν αναφέρονταν ότι η Ελλάδα έκανε τα πάντα για να ηττηθεί.
Αλγεινή εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στις κρίσιμες στιγμές της εθνικής δοκιμασίας πολλοί στην Ελλάδα προέτασσαν το κομματικό ή μικροπολιτικό συμφέρον έναντι του εθνικού. Άλλοι τάσσονταν σύμμαχοι στο πλευρό της Γερμανίας, υπηρετώντας βασιλικές οικογενειοκρατίες, άλλοι βασίζονταν στις Βρετανικές φλύαρες αοριστίες, και άλλοι πάλι, νεοφώτιστοι, εγκολπώνονταν τα τότε σοβιετικά ιδεώδη, διακηρύσσοντας (εν ώρα εμπόλεμης κρίσεως μάλιστα) το άδικο της δικής μας μικρασιατικής εκστρατείας ενάντια στο δικαίωμα του αδελφού τουρκικού λαού για αυτοδιάθεση. Αυτό ειδικά το τελευταίο θα συνιστούσε εσχάτη προδοσία, αν δεν επρόκειτο απλά για μια φρικώδη ανοησία.
Και μιλώντας για έσχατη προδοσία, είναι πολύ χαρακτηριστική και ενδεικτική του ασυγχώρητου «ημετερικού» κλίματος που επικρατούσε ακόμα και στις τάξεις του εκστρατευτικού σώματος, η επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στην ηγεσία μιας από τις σπουδαιότερες μονάδες του Πυροβολικού:
« Ο κόσμος εδώ γενικώς είναι απαίσιος. Επικρατεί βενιζελισμός ογκώδης.... Θα άξιζε πράγματι να παραδώσουμε τη Σμύρνη στον Κεμάλ για να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους...Πότε Θεέ μου, θα γλιτώσω από αυτήν την κόλαση εδώ;»
Δεν χρειάζεται πιστεύω κανένα σχόλιο. Όταν στο στράτευμα επικρατεί τέτοιο ηθικό, όταν η ανώτατη διοίκησή του διαθέτει περγαμηνές ανικανότητας, και όταν η διοικητική μέριμνα λείπει παντελώς, τότε η ήττα είναι περισσότερο από εγγυημένη.
Αυτά όλα μας φαντάζουν απόμακρα, και απαράδεκτα για την δική μας «σύγχρονη» λογική. Δεν είναι όμως πολύς καιρός που μια άλλη προδοσία διεκτραγωδήθηκε υποκινούμενη από μικροπολιτικά συμφέροντα, και μιλάω για το προ 30ετίας ξεπούλημα της Κύπρου στους διαδόχους του Κεμάλ. Άρα και η δική μας γενιά είναι ανάγκη να αναλάβει τις δικές της ευθύνες, και να ασκεί συνεχώς τον αυτοέλεγχο και την αυτοκριτική της, για το κατά πόσο οι επιλογές της σε τόσο καίρια θέματα υπηρετούν ξεκάθαρα τα εθνικά συμφέροντα, ή υποτάσσονται σε σκοπιμότητες κομματικές, συντεχνιακές ή και προσωπικές. Η ιστορία μας διδάσκει ότι οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Οφείλουμε να επαγρυπνούμε ενωμένοι. Ο κομματισμός, ο «ημετερισμός» και ο,τιδήποτε άλλο προτάσσεται του εθνικού συμφέροντος συνιστούν εθνική προδοσία και σήμερα ακόμα που η μπόρα έχει φαινομενικά καταλαγιάσει.
Αν δεν πονέσουμε εμείς οι ίδιοι την πατρίδα μας, ας μην περιμένουμε να την πονέσει κανένας άλλος.
Διαπίστωση έκτη
Μετά το ’22 η Ελλάδα μας κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε. Βέβαια ήταν πια μια «μικρή πλην έντιμος» όπως ανοήτως διεκήρυσσαν κάποιοι πολιτικοί της εποχής (λες και το «έντιμος» αποτελεί τίτλο τιμής για ένα κράτος). Από την άλλη όμως το 1,5 εκατομμύριο περίπου των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην νέα τους πατρίδα, εξαθλιωμένοι στην αρχή, προοδεύοντες όμως στην συνέχεια, άλλαξαν το σκηνικό της χώρας μας. Νέο αίμα, αίμα συγγενικό και αδελφικό ήρθε να συνταχθεί στην προσπάθεια για επιβίωση και ανάδειξη της πατρίδας μας. Μπόλιασε την πληγωμένη Ελλαδίτσα μας με τον πολιτισμό της Ιωνίας, διασώζοντας πολλά στοιχεία από το ένδοξο παρελθόν της Ρωμιοσύνης, που είχαν ξεχαστεί στην «παλιά Ελλάδα». Τι να πρωτοαναφέρει κανείς? Την οξυδέρκεια, την κοινωνικότητα, την εργατικότητα, τον κοσμοπολιτισμός, την έφεση στις τέχνες στο εμπόριο και τις επιστήμες, την επιχειρηματικότητα και την άλλη αντίληψη για ποιότητα ζωής που φέρανε μαζί τους από την ευλογημένη Ιωνική γη, και που έδωσαν μια νέα αναζωογονητική ώθηση στο πληγωμένο και παραπαίον Ελληνικό κράτος.
Η προσαρμογή στην νέα πραγματικότητα δεν υπήρξε πάντα δίχως προβλήματα. Όπως προαναφέρθηκε, τα πρώτα χρόνια τουλάχιστο η αίσθηση της ξενιτιάς υπήρξε διάχυτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ξεριζωμένοι δήλωναν για χρόνια προσωρινά διαμένοντες στην Ελλάδα, και ως μόνιμη την κατοικία που άφησαν στις χαμένες πατρίδες τους. Οι δυσκολίες πολλές. Οι συνθήκες διαβίωσης συχνά άθλιες, καθώς η περιβόητη «ανταλλάξιμη περιουσία», την οποία δικαιούντο βάσει διεθνών συνθηκών, στο μεγαλύτερο μέρος της καταφαγώθηκε από τα κοράκια του κρατικού μηχανισμού. Όμως το προσφυγικό στοιχείο στην Ελλάδα αποδείχθηκε ανώτερο των περιστάσεων και των δυσχερειών, και ρίζωσε και ευδοκίμησε.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην αναγέννηση της τέχνης, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Μέγα Φώτιο του 20ου αιώνα, τον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου και το αξεπέραστο έργο του; Και ποιος, για παράδειγμα, μπορεί να παραβλέψει τους Πολίτες και Σμυρνιούς μουσικούς, χάρη στους οποίους η χώρα μας απέκτησε μουσική για τα λαϊκά στρώματα;
Ωστόσο, όλες αυτές οι παράπλευρες ευεργετικές συνέπειες της καταστροφής των καταστροφών τίποτε δεν αφαιρούν από την τραγικότητά της. Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, που από το 1453 κοιμόταν, περιμένοντας την ώρα της λευτεριάς, πέθανε κάπου εκεί στην προκυμαία της Σμύρνης, με χιλιάδες άλλους Χριστιανούς. Η Ελλαδίτσα μας, έντιμος, πλην μικρή και ασήμαντη θα συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμα να είναι ο καρπαζοεισπράκτορας των δυνατών της γης. Και η εικόνα της Σμύρνης που καίγεται, η θλιβερότερη εικόνα σε όλην την ελληνική ιστορία, θα συνεχίζει να υγραίνει τα μάτια μας και να στοιχειώνει τις καρδιές και τα όνειρα όλων μας.
Χάθηκαν λοιπόν όλα; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Ο ποιητής, πιστός στην δύναμη του έθνους για αναγέννηση λέει ότι την Ρωμιοσύνη δεν πρέπει να την κλαίμε. Ή τουλάχιστο, αν πρέπει να κλάψουμε για τις συμφορές που πέρασαν, άλλο τόσο πρέπει, και ως χρέος ιερό στις χιλιάδες των νεκρών εθνομαρτύρων, να θηρεύουμε τις προκλήσεις που ανοίγονται διάπλατα μπροστά μας. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρωμιοσύνη είναι κυρίως όχι ένας τόπος, αλλά ένας τρόπος ζωής. Είμαστε ένας λαός της μνήμης, αλλά και ένας λαός που δεν μας ταιριάζει να είμαστε μικροί και ασήμαντοι. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε δίχως μια Μεγάλη Ιδέα, και δίχως μια διαχρονική Ιστορική Συνείδηση. Το νέο ρευστό σκηνικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παγκοσμιοποιημένης διεθνούς πραγματικότητας προσφέρει το ιδανικό έδαφος γα την καλλιέργεια και την ευδοκίμηση της Νέας Μεγάλης Ιδέας, ιδέας προσφοράς, ανανέωσης και πρότασης ζωής στον σύγχρονο κόσμο. Και αν θέλουμε να ονομαζόμαστε γένος ιστορικό και σπουδαίο, τότε ας αναζητήσουμε και ας χτίσουμε την Μεγάλη αυτή Ιδέα που θα μας κρατάει ζωντανούς στους αιώνες που έρχονται, και ας διδάξουμε τις αξίες που την συνθέτουν, μαζί με την ιστορική μας κληρονομιά στις γενιές που ακολουθούν.
«…και δεν βαριέσαι αδελφέ»
Και ξαφνικά, ω του παραδόξου θαύματος, εκεί κάπου κατά τον ιερό δεκαπενταύγουστο, επήλθε η από δυο χιλιετίες ποθούμενη επί γης ειρήνη, και η εν ανθρώποις ευδοκία.
Οι ανά τον κόσμο πολέμοι και οι συρράξεις σίγασαν, οι Αμερικάνοι με τους Ιρακινούς ρεμβάζουν αγκαλιά στην Βαγδάτη, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι τα βρήκαν εν μιά νυκτί, Κούρδοι, Βάσκοι και λοιποί ατακτούληδες αποφάσισαν να χαρούν το καλοκαιράκι τους κι αυτοί. Η χειρότερη ενεργειακή κρίση που χθες μόλις απειλούσε την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό μας αποσοβήθηκε κατά τρόπο υπερφυσικό και μυστηριώδη, και πλέον ο μαύρος χρυσός ρέει άφθονος στις αγορές. Η Γή μας δρόσισε, καθώς το φαινόμενο του θερμοκηπίου υποχωρεί, και ο Τρίτος κόσμος έχει πια χορτάσει. Στην πατρίδα μας δεν υπάρχει πια ούτε ένας άνεργος, ούτε ένας χαμηλοσυνταξιούχος, τα ασφαλιστικά ταμεία ξεχείλισαν από χρήμα, και το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι πλέον σε θέση να περιθάλψει τους πάντες κατά τρόπο ζηλευτό από κάθε Αμερικάνο ή Ευρωπαίο. Άσε που οι γείτονές μας παραιτήθηκαν από τις αξιώσεις τους στο Αιγαίο, δεν πετούν πια πάνω από τα νησιά μας, τα μαζεύουν και φεύγουν από τα κατεχόμενα Κυπριακά εδάφη και μας πασάρουν προς τα εδώ και όσους τουρίστες επέμεναν φέτος να «διακοπάρουν» στα μικρασιατικά παράλια.
Και όλα αυτά τα πρωτοφανή χάρη στα Ελληνικά (κυρίως δηλαδή τα Αθηναϊκά) ΜΜΕ που με υπεράνθρωπες προσπάθειες και επαναστατικές μεθόδους κατάφεραν ώστε το Σύμπαν με τα δισεκατομμύρια των γαλαξιών να περιστρέφεται πειθηνίως και απαρεγκλίτως πέριξ των «Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων». Έτσι λοιπόν περιττεύουν τα δελτία ειδήσεων και οι λοιπές ενημερωτικές εκπομπές, και διατηρούνται μόνο οι αθλητικές και η πρόγνωση του καιρού. Καθώς όλα τα λοιπά προβλήματά μας έχουν ως δια μαγείας επιλυθεί, το μόνο που θα πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η τραγικά μίζερη περιπέτεια δυο αθλητών στην προσπάθειά τους να αποφύγουν ενδεχομένως κάποιον έλεγχο για λήψη εκ μέρους τους δυναμωτικών ουσιών. Τίποτε άλλο δεν πρέπει να ταράζει, μέρες που είναι, την ευδαίμονη νιρβάνα μας.
Αν παρόλα αυτά κάποιος κακομαθημένος αντιδραστικός επιμένει να επιδιώκει την πληροφόρηση, του απομένει μόνο η λύση του εθνοσωτηρίου (όπως αποδεικνύεται) Διαδικτύου, και η καταφυγή του σε ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία και κανάλια. Γιατί, τέτοια λογοκρισία (βελούδινη, πρέπει να παραδεχθούμε) στην πληροφόρηση δεν είχαμε ούτε στα κατοχικά χρόνια των παράνομων ραδιοφώνων που «ψάχνανε Κάιρο». Κανείς δεν τολμά να ασχοληθεί με τίποτε άλλο πλην των Αγώνων. Συνειδητοποιούμε την τραγικότητα της κατάστασης αυτής? Πολύ αμφιβάλλω. Για να μην μιλήσουμε για τις λίγες αλλά τολμηρές φωνές που καταγγέλλουν αυτήν την «μαφιόζικη φιέστα» των πολυεθνικών. Αυτές φιμώνονται αριστοτεχνικά. Αδύνατο να βρουν βήμα για να μιλήσουν, μόνο ίσως στα έντυπα μέσα, εξ αντικειμένου πιο πλουραλιστικά, πλην όμως λιγότερο δημοφιλή από τα εξαχρειωτικά της νοημοσύνης μας τηλεοπτικά κανάλια. Δεν προσφέρουν δα και καλές υπηρεσίες στις «επενδύσεις» των δισεκατομμυρίων που έγιναν τα τελευταία χρόνια.
Τέτοιες χειρίστου είδους υπηρεσίες ίσως να προσφέρουν και αυτές εδώ οι λίγες γραμμές, αλλά ο γράφων αισθάνεται βαρύ το χρέος απέναντι στην λογική του, όταν δει τον βασιλιά γυμνό, να το φωνάξει. Την ώρα αυτή (σύμπτωση?) ακούω το όμορφο τραγούδι του συνονόματού μου, του Κώστα «…κι εμείς οι τρεις στον καφενέ /κάνουμε πάρτι ρεφενέ / και δεν βαριέσαι αδελφέ…» Τί καλύτερο για επικεφαλίδα?
Αγαπητοί κύριοι του RAM,
Θα ήθελα να διατυπώσω κάποια σχόλια σχετικά με το τεύχος του Δεκεμβρίου.
Το πρώτο έχει να κάνει με την συζήτηση περί μεταλλαγμένων.
Αναφέρετε στην απάντησή σας σε επιστολή του κ. Τσεκούρα ότι το μπόλιασμα συνιστά «καραμπινάτη γενετική μεταλλαγή» Κύριοι, καλό είναι να προσέχετε περισσότερο την ακρίβεια των όσων γράφετε. Το μπόλιασμα, σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά γενετική μεταλλαγή, γιατί δεν επεμβαίνει στην σύνθεση του γενετικού υλικού κανενός εκ των δυο ή περισσότερων δέντρων που εμπλέκονται. Κανενός δέντρου το γενετικό υλικό δεν ανακατεύεται με του άλλου. Μπορεί το τελικό αποτέλεσμα να είναι τεχνητό μόρφωμα, αλλά πρόκειται για μια εξαναγκασμένη «συμβίωση» των δυο οργανισμών, όπου ο ένας τροφοδοτεί τον άλλον, και οπωσδήποτε όχι μετάλλαξη, γιατί κανενός το γονιδίωμα δεν υφίσταται αλλοίωση. Η δαμασκηνιά επί της κορομηλιάς (έχω μια τέτοια στην αυλή μου) σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται, αναπαραγόμενη, να δώσει άλλον απόγονο πλην μιας γνήσιας δαμασκηνότατης δαμασκηνιάς.
Όσο για το αν τα μεταλλαγμένα προϊόντα μπορούν να αποτελέσουν λύση στο πρόβλημα του τριτοκοσμικού λιμού, ας μου επιτραπεί να διατηρήσω τις επιφυλάξεις μου. Η αιτία του προβλήματος και η αφετηρία της λύσης βρίσκονται αλλού, κάπου στα σαλόνια λήψης αποφάσεων των ανεπτυγμένων χωρών. Προς το παρόν η εμπειρία μας στις τοπικές καλλιέργειες βάμβακος, αραβοσίτου και σιτηρών δείχνει ότι τα μεταλλαγμένα καθιστούν τον παραγωγό απόλυτα εξαρτώμενο από συγκεκριμένες εταιρίες προμήθειας σπόρων και φαρμάκων.
Το δεύτερο σχόλιο σχετίζεται με το άρθρο σας περί του κ. Σέιμουρ Πέπερτ.
Κατ’ αρχάς καλό θα είναι σε τέτοια άρθρα να αναφέρεται και η ιδιότητα του αρθρογράφου, (εν προκειμένου του κ. Τσέβη) από την οποία τα γραφόμενα ως έναν βαθμό αντλούν το κύρος τους.
Σχετικά με το άρθρο αυτό καθ’ αυτό, πιστεύω ότι παρουσιάζει μια ανεπίτρεπτα μονόπλευρη, και εκ τούτου έωλη, θεώρηση της βιωματικότητας και της αυτενέργεας στην μαθησιακή διαδικασία. Και εξηγώ:
Υπάρχει μια απολυτοποίηση των απόψεων του Τζων Ντιούι (οι οποίες σημειωτέον έχουν αμφισβητηθεί έντονα από συγχρόνους του και νεωτέρους) σχετικά με την κατάκτηση της γνώσης μέσω των ενδιαφερόντων και των αναγκών των μαθητών. Επίσης αναφέρεται ότι «τα παιδιά πρέπει να είναι ενεργοί συμμέτοχοι, και να ακολουθούν το πρόγραμμα που οι ίδιοι ορίζουν». Η τελευταία ειδικά άποψη (εκπεφρασμένη ομολογουμένως από πολλούς θεωρητικούς) είναι απορριπτέα από την σύγχρονη παιδαγωγική. Αντί αυτής η αντίληψη που σήμερα υπάρχει είναι ότι οι ανάγκες, τα βιώματα και τα ενδιαφέροντα των μαθητών είναι μεν κινητήριες, αλλά όχι κατευθυντήριες δυνάμεις της μαθησιακής διαδικασίας. Ελπίζω η διαφορά να είναι κατανοητή. Άλλωστε σήμερα αυτό είναι συνείδηση των εκπαιδευτικών, οι οποίοι συνεχώς επιχειρούν την σύνδεση βιώματος και νέας γνώσης.
Σε κάποιο σημείο ο κ. Πέπερτ αυτοαναιρείται: Υποστηρίζει (περίεργο για μαθηματικό) ότι «το να μαθαίνεις οτιδήποτε πέραν του 1/2, του 1/3 και του 1/4 είναι άχρηστο» Λίγες γραμμές παρακάτω εξαίρεται η σημασία της γνώσης των πιθανοτήτων. Ας μας απαντήσει, παρακαλώ ένας μαθηματικός, πώς είναι δυνατό να κατανοήσει κάποιος τις πιθανότητες δίχως εμπεριστατωμένη γνώση των κλασματικών αριθμών και του χειρισμού τους.
Σε γενικές γραμμές φρονώ ότι οι παιδαγωγικές απόψεις του κ. Πέπερτ στερούνται πληρότητας. Ρίχνουν μονόπατα το βάρος στην μάθηση μέσω πρακτικής άσκησης και εξερεύνησης, απαξιώνοντας την ανάγκη την τριβή των μαθητών με τον χειρισμό περίπλοκων αφηρημένων εννοιών (αντικείμενο κατ΄εξοχήν των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας, και κινητήρια δύναμη του πολιτισμού μας). Επίσης φαίνεται να αγνοούν βασικούς παιδαγωγικούς στόχους, όπως η απόκτηση εγκύκλιας μόρφωσης, ο προσδιορισμός του παιδιού μέσα στον περιβάλλοντα κόσμο, ο προβληματισμός του πάνω σε πράγματα και καταστάσεις, η ανάδειξη κρυφών κλίσεων, η καλλιέργεια γλωσσικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων, αισθητικών και καλλιτεχνικών ευαισθησιών, αλλά και αρετών όπως η υπομονή, η εργατικότητα, η φιλοπονία, η πειθαρχία, και η μεθοδικότητα. Όλα τα παραπάνω, αλλά και άλλες σημαντικές πτυχές της εκπαίδευσης είναι αδύνατο να υπηρετηθούν αν επιχειρήσουμε να καθορίσουμε τα εκπαιδευτικά προγράμματα με βάση τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών.
Λυπάμαι για την μάλλον πρόχειρη αντιμετώπιση ενός τόσο ευαίσθητου θέματος. Νομίζω ότι σε αυτά τα πράγματα η περίσσεια φειδούς δεν βλάπτει.
Ένας «οπισθοδρομικός και εθελοτυφλών εκπαιδευτικός», και για την ανάγκη της επωνυμίας:
Γιώργος Χατζής,
Καθηγητής Πληροφορικής Μέσης Εκπαίδευσης.
Φλώρινα, Δεκέμβριος 2003
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΠΑΠΕΙΛΟΎΜΕΝΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ
Του Γεωργίου Χατζή
Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπός τις εχέφρων, που να είναι ευτυχισμένος με την παρούσα κατάσταση της αντιδικίας Αθηνών – Φαναρίου. Το αντίθετο μάλιστα, το επαπειλούμενο σχίσμα, λέξη βαρύτατη και φρικωδέστατη για κάθε συνειδητοποιημένο μέλος της Εκκλησίας, συνιστά πια μια εναγώνια, πλην ορατή –δυστυχώς- προοπτική, με ανεξέλεγκτες και ανυπολόγιστες από εκεί και πέρα εξελίξεις.
Βλέπουμε τους ιεράρχες μας εκατέρωθεν να ανταλλάσσουν απειλές, επιμελημένες φράσεις, απαξιωτικές ο ένας για τον άλλον στα όρια της καθύβρισης, και επιχειρήματα μονοδιάστατα, που φανερώνουν αν μη τι άλλο απροθυμία κατανόησης του προβλήματος της «άλλης πλευράς». Βλέπουμε πρόσωπα γνωστά της πολιτικής σκηνής να σπεύδουν με ύποπτο ζήλο να τοποθετηθούν επί του θέματος, με μια μάλιστα ανεπαίσθητη διάθεση κακεντρεχούς ειρωνείας, την στιγμή βέβαια που οι ίδιοι δηλώνουν ωρυόμενοι σε όλους τους τόνους την ανάγκη διαχωρισμού και «διακριτών ρόλων» Εκκλησίας και Κράτους.
Όλα αυτά μονοπωλούν τελευταίως το σαρκοβόρο ενδιαφέρον των ΜΜΕ, αφήνοντας όμως στο περιθώριο και αποκρύπτοντας από την κοινή γνώμη μια σοβαρότατη διάσταση του θέματος, που ίσως και να αποτελεί συστατικό της λύσης του όλου προβλήματος. Φυσικά η κρυμμένη αυτή διάσταση δεν είναι τίποτε άλλο από τον ρόλο του λαού, δηλαδή του εκκλησιαστικού πληρώματος στην εξέλιξη του προβλήματος.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο λαός (και) σε αυτήν την περίπτωση αγνοήθηκε κατά τρόπο σκανδαλώδη από τους εκκλησιαστικούς ποιμένες. Λες και όλα αυτά γίνονται για κάποιον άλλον, και όχι για εμάς. Είναι ή δεν είναι σκάνδαλο το ότι κανείς εκ των «μονομάχων ιεραρχών» δεν μας ρώτησε: «Εσείς αδελφοί, εκεί στις μητροπόλεις των νέων χωρών, πού θέλετε να υπάγεστε;» Ούτε οι δικοί μας μητροπολίτες μπήκαν στον κόπο να ρωτήσουν ο καθένας το δικό του ποίμνιο για την γνώμη του. Εδώ καλά καλά δεν μπήκαν στον κόπο ούτε καν να ενημερώσουν έγκυρα και υπεύθυνα τους πιστούς τους για τις διαστάσεις και τις παραμέτρους του θέματος, αφήνοντάς μας εκτεθειμένους επικίνδυνα στην κίτρινη παραπληροφόρηση των καναλιών.
Λησμονούν οι ποιμενάρχες μας ότι το ιερό αξίωμα που φέρουν είναι πρωτίστως αξίωμα διακονίας και όχι εξουσίας. Και αυτό επιβάλλει αν μη τι άλλο την συνεπή και υπεύθυνη ενημέρωση για τις λεπτομέρειες του προβλήματος, όπως και τουλάχιστο τον αφουγκρασμό της διάθεσης του εκκλησιαστικού πληρώματος, αλλά και την εγκατάλειψη της πρακτικής της ποδηγέτησης ενός λαού ερήμην του.
Ο αντίλογος στην θέση που εδώ εκφράζω είναι ήδη γνωστός. “Ο λαός δεν γνωρίζει τα εκκλησιαστικά θέματα, δεν κατέχει από θεολογία, δεν πρέπει να φέρει την ευθύνη, δεν ενδιαφέρεται, δεν πρέπει να τον σκανδαλίζουμε,…. κλπ, κλπ»
Ας θυμηθούμε όμως πως σε δύσκολες ώρες και κρίσιμες στιγμές ο λαός είναι αυτός που τελικά έδωσε την λύση, περισώζοντας την εκκλησιαστική Κανονικότητα και Αλήθεια. Μέρες που είναι, ας μην ξεχνούμε την προ ολίγων μόλις δεκαετιών αντίσταση του μακεδονικού λαού απέναντι στην πολιτικώς επιβεβλημένη Βουλγαρική Εξαρχία. Μήπως τότε κάτεχε από εκκλησιαστικά θέματα, ενώ σήμερα δεν κατέχει; Και για να πάμε και στα παλιά, ας μην λησμονούμε και την λαϊκή καταδίκη της συνόδου της Φεράρας, τότε που ο λαός της Βασιλεύουσας πήρε την κατάσταση στα χέρια του, και ουσιαστικά αποσόβησε την ενσωμάτωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στο παπικό κατεστημένο. Μήπως και τότε έπρεπε να αφεθεί στον λήθαργο της ραθυμίας, προκειμένου να μην σκανδαλιστεί;
ΕΠΙΤΟΜΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 11ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Η 11η Σεπτεμβρίου έχει περάσει πια στην ιστορία ως μαύρη επέτειος. Τέτοια μέρα θυμόμαστε με αποτροπιασμό και φρίκη το πλήγμα του ζοφερού τέρατος της τρομοκρατίας σε βάρος ενός λαού φιλήσυχου και εργατικού, που το μόνο που ήθελε ήταν η ανεξαρτησία και η προκοπή του, ενός λαού που γύρεψε τα αυτονόητα, δηλαδή το δικαίωμά του στην πρόοδο και μια θέση στην εξέλιξη της Ιστορίας.
Τέτοια μέρα βάρβαρα και άνομα συμφέροντα, καταστρατηγώντας κάθε έννοια πολιτισμού και δημοκρατίας προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών, θυμάτων αθώων, καθημερινών ανθρώπων, βυθίζοντας στο πένθος μια χώρα ολόκληρη. Αγνόησαν οι φαύλοι και άνανδροι φονιάδες προκλητικά την διεθνή κοινότητα, τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα προκαλούσε αυτό τους το εγχείρημα, και προχώρησαν στην εφαρμογή των σατανικών τους σχεδίων.
Βαθύπλουτοι μεγιστάνες, παραστρατιωτικοί υποκοσμικοί κύκλοι, πωρωμένοι μιλιταριστές, πειθήνια ανεγκέφαλα ανδρείκελα, ασυνείδητοι πολιτικάντηδες διεθνούς εμβέλειας και ψυχοπαθολογικού προφίλ, συμφέροντα ετερόκλητα συστρατεύθηκαν σε έναν κοινό ανίερο σκοπό. Και τον πέτυχαν. Κατάφεραν ισχυρό και οδυνηρό πλήγμα στο υπογάστριο μιας ολόκληρης χώρας. Την παρέλυσαν. Την γύρισαν πολλά χρόνια πίσω. Δηλητηρίασαν τον λαό της με το φαρμάκι του πόνου, της ανασφάλειας για το μέλλον, του τρόμου για το παρόν, του βουβού πένθους για τους νεκρούς του, της επώδυνης νοσταλγίας του παρελθόντος. Στις 11 Σεπτεμβρίου το καθεστώς του τρόμου είχε πια επισκιάσει έναν λαό ολόκληρο, διαλύοντας τα όνειρά του για ευήμερο μέλλον. Από αυτήν την μέρα και μετά τίποτε πια σε αυτή την χώρα δεν θα ’ταν ίδιο με παλιά.
Όχι, φίλτατε αναγνώστη, δεν μιλώ για αυτό που ο καθένας σήμερα θα υπέθετε. Σε άλλο γεγονός αναφέρομαι. Ήταν 11 Σεπτεμβρίου (ποιος το θυμάται πια άραγε;) του 1973, όταν μια (κατά κοινή ομολογία της διεθνούς κοινότητας) κτηνώδης χούντα ανέτρεψε υπό τις ευλογίες και την καθοδήγηση της CIA τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλλιέντε, εγκαθιστώντας ένα από τα πιο αιμοσταγή και φρικαλέα καθεστώτα των τελευταίων δεκαετιών ανά την υφήλιο.
Ακριβώς 18 χρόνια αργότερα ο ηθικός (και εν μέρει φυσικός) αυτουργός αυτού του ανοσιουργήματος, η χώρα που το εμπνεύστηκε και το μεθόδευσε, δέχεται ένα όχι βέβαια ανάλογης βαρύτητας, πλην όμως συγκρίσιμα οδυνηρό πλήγμα από μια χούφτα απελπισμένων και φανατισμένων τριτοκοσμικών, και ο λαός της, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του βιώνει μια πρωτόγνωρη για αυτόν ανασφάλεια, (καλλιεργούμενη οπωσδήποτε επιπλέον εντέχνως και σκοπίμως από την ίδια του την κυβέρνηση, η οποία για τους δικούς της ανίερους σκοπούς προσέδωσε στο γεγονός τερατώδεις διαστάσεις).
Θεία δίκη; Αρνούμαι να το δώ έτσι. Ειρωνεία της τύχης; Μάλλον. Άλλωστε η ιστορία βρίθει από αξιοπερίεργες συμπτώσεις.
ΓΙΑ ΌΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΎ
Φλώρινα, Μεγ.Τετάρτη, 23 Απριλίου 2003
Μεγάλη Εβδομάδα, και σε λίγο οι Χριστιανοί ετοιμάζονται να πανηγυρίσουν την Ανάσταση. Μόνο που για μερικούς η Ανάσταση θα αργήσει πολύ να έρθη Η θρηνώδης Μεγάλη Εβδομάδα θα διαρκέσει για αυτούς πολύ. Κι αυτό γιατί τα δάκρυα για τα παιδιά τους που χάθηκαν άξαφνα και αναίτια στην άσφαλτο είναι πολύ νωπά ακόμη. Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτε άλλο. Ειπώθηκαν πολλά για αυτήν την τραγωδία που όλοι παρακολουθήσαμε τελευταία τόσο στενά (καλώς ή κακώς)
Πολύ φοβάμαι όμως ότι και άλλες μανούλες θα κλάψουν σύντομα. Και θα είναι προσωπικά υπεύθυνες για τον χαμό των παιδιών τους, αυτές και η απύθμενη ανοησία τους. Γιατί; Για όνομα του Θεού, συμπατριώτες!!!
Βλέπω ακόμα παιδάκια στα μπροστινά καθίσματα των αυτοκινήτων, όρθια, ή ακόμα χειρότερα στην στοργική, πλην φονική αγκαλιά των μανάδων τους.
Για όνομα του Θεού!!! Σκέφτηκαν άραγε οι «γονείς» αυτοί πού θα βρεθεί το κεφαλάκι του αγαπημένου τους παιδιού όταν ανοίξει ο αερόσακος που έχουν μπροστά τους; (και αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και σε μια λακκούβα.) Σκέφτηκαν ποτέ αυτές οι «στοργικές μανάδες», σύγχρονες Μήδειες, πως οι δυο τόνοι που θα ζυγίζει εκείνη την «κακιά στιγμή» το σώμα τους θα μετατρέψουν το αγγελούδι τους σε κιμά; Γιατί «κακιά στιγμή» δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο άμυαλοι άνθρωποι.
Τους ενημέρωσε κανείς όλους αυτούς; Ας βάλουν και τα όργανα του νόμου το χέρι στην καρδιά και ας απαντήσουν: Πόσες φορές έκοψαν κλήση για παιδάκια στα μπροστινά καθίσματα, και πόσες για «παράνομη στάθμευση» ή για μια τυπολατρική «υπερβολική ταχύτητα»;. Έχουν έστω απευθύνει κάποιες συστάσεις; Δεν ξέρω. Οι κάτοχοι των ΜΜΕ, πόσες φορές προβάλανε αφιλοκερδώς και με ίδια πρωτοβουλία την οδική ασφάλεια; Εμείς οι υπόλοιποι νομοταγείς πολίτες σταματήσαμε ποτέ κανένα αμάξι για να κάνουμε συστάσεις στον οδηγό του, έστω με τίμημα έναν θερμό ρωμαίικο καυγά; Πού είναι οι ευθύνη όλων μας;
Ας σοβαρευτούμε, για όνομα του Θεού. Και ας βάλουμε ένα σύνθημα στην καρδιά μας: «Όχι άλλο αίμα, όχι άλλα δάκρυα, όχι άλλοι θρήνοι. Φτάνει πια!!!»
|
Hellas Blogs: Fokida Blogs (Φωκίδα) Trikala Blogs (Τρίκαλα) Lefkada Blogs (Λευκάδα) Syros Blogs (Σύρος) Rhodes Blogs (Ρόδος) Thesprotia Blogs (Θεσπρωτία) |
