|
Λύσσα |
Από την Live-Pedia.gr
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από διηθητό ιό. Ο ιός αυτός μεταδίδεται στον άνθρωπο και στ' άλλα ζώα από δάγκωμα κι από το σάλιο ζώων που πάσχουν από λύσσα, με την επαφή με κάποιο σημείο του δέρματος που έχει κάποια πληγή.
Φορείς της ασθένειας αυτής είναι οι σκύλοι, οι γάτες οι λύκοι τα τσακάλια κι οι αλεπούδες. Ο ιός, μόλις μπει στον οργανισμό του ζώου ή του ανθρώπου, εγκαθίσταται στα εγκεφαλικά κύτταρα και πολλαπλασιάζεται. Το χαρακτηριστικό της αρρώστιας είναι οι μυϊκοί σπασμοί που εμφανίζονται αρχικά στο φάρυγγα, προκαλώντας δυσκαταποσία, μετά επεκτείνονται σ' ολόκληρο το σώμα και συνοδεύονται από τρίξιμο των δοντιών. Χαρακτηριστικό επίσης της ασθένειας είναι η υδροφοβία.
Στον άνθρωπο, η επωαστική περίοδος διαρκεί 20 - 40 ημέρες (στ' άλλα ζώα από 15 - 30 ημέρες). Στην αρχή εκδηλώνεται με πόνους στο σημείο του δαγκώματος, μελαγχολία, σωματική κατάπτωση, διαταραχή στην πέψη και τον ύπνο. Κατόπιν έρχεται μια περίοδος ση- μαντικής διέγερσης, με διαταραχή της αναπνοής και της λειτουργίας της καρδιάς. Ο πυρετός φτάνει τους 40° C.
Ο άνθρωπος αρχίζει ν' αντιδρά με μεγάλη ένταση σε κάθε θόρυβο, στο φως, ακόμη και στην ελάχιστη κίνηση του αέρα.
Στη συνέχεια, όλες αυτές οι αντιδράσεις μετατρέπονται σε μόνιμους σπασμούς που συνοδεύονται από σιελόροια, μεγάλη δίψα, αλλά η κατάποση προκαλεί μεγάλους πόνους, που τελικά μετατρέπονται σε σπασμούς. Με το πέρασμα του χρόνου ο άρρωστος χάνει κάθε ψυχική ισορροπία και κάθε αίσθηση του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό, τα άτομα που πάσχουν από λύσσα δένονται. Λίγο πριν το θάνατο επέρχεται γενική παράλυση. Από τη στιγμή που η αρρώστια θα εκδηλωθεί, κλινικά, δεν υπόρχει περίπτωση σωτηρίας. Ο θάνατος, από τους πιο φρικτούς που υπάρχουν, είναι θέμα ημερών.
Η θεραπεία συνίσταται στον καθαρισμό του τραύματος από το δήγμα του ζώου, τη χορήγηση αντιλυσσικού εμβολίου και ίσως αντιλυσσικού ορού, καθώς και στη χορήγηση ηρεμιστικών ( βαρβιτουρικά κλπ.).
Λύσσα Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η λύσσα αποτελεί ένα ιογενές νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος, είναι μια λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από διηθητό ιό. Ο ιός αυτός μεταδίδεται στον άνθρωπο και στα άλλα ζώα από δάγκωμα κι από το σάλιο ζώων που πάσχουν από λύσσα ή και με την επαφή με κάποιο σημείο του δέρματος που έχει κάποια πληγή. Ο ιός μεταναστεύει από την πύλη εισόδου του στον εγκέφαλο του θύματος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου επώασης, η οποία στον άνθρωπο διαρκεί 20-40 ημέρες ενώ στα άλλα ζώα 15-30 ημέρες, δεν εκδηλώνονται συνήθως κλινικά συμπτώματα. Από τη στιγμή που ο ασθενής, ο οποίος έχει προσβληθεί απο τον ιό της λύσσας, παρουσιάσει κλινικά συμπτώματα δεν υπάρχει περίπτωση σωτηρίας και ο θάνατος θα επέλθει μετά από λίγες ημέρες.
[Επεξεργασία] ΣυμπτώματαΗ λύσσα έχει μια περίοδο επώασης στην οποία ο ασθενής δεν βιώνει σχεδόν κανένα κλινικό σύμπτωμα. Αυτή η περίοδος αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία για την επιτυχή θεραπεία της νόσου. Μόλις εμφανιστούν τα κλινικά συμπτώματα, η νόσος είναι σχεδόν πάντοτε θανατηφόρος. Στην αρχή τα συμπτώματα της λύσσας είναι παρόμοια με αυτά της γρίπης, επίσης στην αρχή μπορεί να εκδηλωθεί κνησμός, ερεθισμός και πόνος στο σημείο εισόδου του ιού ενώ όλα αυτά μπορεί να ακολουθηθούν απο μελαγχολία, σωματική κατάπτωση, φαρυγγικούς σπασμούς καθώς και με διαταραχές στον ύπνο. Κατόπιν ακολουθεί η δυσλειτουργία της καρδιάς και η διαταραχή της αναπνοής ενώ αυξάνεται και ο πυρετός ο οποίος μπορεί να φτάσει και τους 40°C. Ο ασθενής αναπτύσσει μεγάλη ευερεθιστότητα, φωτοφοβία και υδροφοβία. Όταν η ασθένεια έχει προχωρήσει αρκετά ο ασθενής αρχίζει να βιώνει σπασμούς που συνοδεύονται από σιελόρροια και έντονη δίψα. Με το πέρασμα του χρόνου ο άρρωστος παραλύει, χάνει την ψυχική του ισορροπία καθώς και την αίσθηση του περιβάλλοντος και στην συνέχεια καταλήγει στο θάνατο.
[Επεξεργασία] ΘεραπείαΗ θεραπεία συνίσταται στον καθαρισμό του τραύματος από το δήγμα του ζώου, τη χορήγηση αντιλυσσικού εμβολίου και ίσως αντιλυσσικού ορού.
Εάν υπάρξει υποψία έκθεσης στον ιό της λύσσας, ακόμα και αυτοί που έχουν εμβολιαστεί θα πρέπει, μετά την έκθεσή τους, να κάνουν μια περιορισμένη σειρά πρόσθετων ενέσεων αντιλυσσικού εμβολίου. Αυτοί που δεν έχουν εμβολιαστεί πριν από την έκθεσή τους στον ιό θα πρέπει, εφόσον εκτεθούν, να υποβληθούν σε μακρύτερης διάρκειας θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει ενέσεις αντιλυσσικού εμβολίου και αντιλυσσικής υπεράνοσης σφαιρίνης.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "SteveAvra" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
