
Ήμουν εγώ κι ήσουν εσύ
σαν σταγόνες στου δρόμου το χώμα
ρουφώντας φως… ζωντανού ήλιου φως
απελπισμένα τραβούσαμε στο αύριο
κι όταν ο ήλιος έκλεινε τα παράθυρα
κι έμενε ο ουρανός μοναχός στο σκοτάδι ,
σταλαγματιές τα δάκρυα έβρεχαν τη μορφή σου
κι ο θρήνος σου βουβός για τη μέρα που πέθαινε,
για την κάθε μέρα που άδικα χανόταν
χωρίς εμάς…
Nα μ’ αγαπάς να ξυπνούν τ’ απογεύματα
να χαρακώνει η φωνή σου τις απουσίες
να καρφώνει στο πάτωμα τις αποστάσεις..
Να μ’ αγαπάς
να απαγκιάζουν οι άνεμοι
να κοπάζει ο βοριάς στα σύννεφα χωμένος
εκείνες τις ώρες που κρύβετε ο κόσμος
κι όταν στερέψουν οι γούρνες νερό
στα χείλη μου να ξεδιψάει το φιλί σου..
Φεύγεις κι όλο φεύγεις και χάνεσαι
μα γυρίζεις πίσω στα όνειρα τα βράδια
δεσμώτης της δικής μου πεθυμιάς..
κι άλαλη κι αμίλητη
στους ηλιοδρόμους , στα χέρσα χωράφια
να μαζεύω θησανιές αγκαλιές τα λόγια σου
κραυγή απ’ το μέσα σου..
Χαμένες πολιτείες ονειρεύεσαι
και φώτα σε δρόμους βρόχινους
Μην ακούς τις σειρήνες , τον Οδυσσέα πλάνεψαν
μην γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω
και μου γίνεις αλάτι
εσύ μπροστά , ακόμα κι αν καεί ο ουρανός
καινούρια γη θα σου χαρίσω...
Μπροστά να φύγουμε
κυνηγημένοι πρωτόπλαστοι
μα τον παράδεισο στις χούφτες μας κρατάμε καρδιά μου …
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Word love (WUB)" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
